Τηλεφωνικό Κέντρο: 210-2282212

Τα Πλεονεκτήματα του Εμποτισμού έναντι της Επικάλυψης στη Στεγανοποίηση Επιφανειών

Τα Πλεονεκτήματα του Εμποτισμού έναντι της Επικάλυψης
στη Στεγανοποίηση Επιφανειών
Για πρόσθετες πληροφορίες σχετικά με αυτό το θέμα δείτε και τη σελίδα:
Σύγκριση των προϊόντων Winwet με τις παραδοσιακές μεθόδους υγρομόνωσης
Όλες οι μέθοδοι στεγανοποίησης χωρίζονται σε δύο μεγάλες κατηγορίες:
  • μέθοδοι επικάλυψης της επιφάνειας με στεγανό υλικό που σχηματίζει μία μη υδατοπερατή μεμβράνη επάνω από την επιφάνεια
  • μέθοδοι εμποτισμού με ρευστό υλικό που διεισδύει μέσα στους πόρους και στις τριχοειδείς ρωγμές της επιφάνειας και την αδιαβροχοποιεί σε βάθος
Τα πλεονεκτήματα του εμποτισμού
Η δεύτερη μέθοδος υπερτερεί σαφώς έναντι της πρώτης, τόσο από τεχνική όσο και από οικονομική άποψη. Συγκεκριμένα, τα πλεονεκτήματά της είναι τα εξής:
  1. Χαμηλότερο κόστος λόγω της πολύ μικρότερης ποσότητας υλικού που απαιτείται.
    Για παράδειγμα, 30 λίτρα από τα κατάλληλα υλικά εμποτισμού του συστήματος μονωτικών υλικών WINWET αντιστοιχούν σε 150-200 κιλά επαλειφόμενου ελαστομερούς υλικού για την πλήρη στεγανοποίηση μίας ταράτσας 100m2, επειδή προφανώς χρειάζεται πολύ μικρότερη ποσότητα στεγανωτικού υλικού για να στεγανοποιήσουμε μία ήδη υπάρχουσα μάζα (π.χ. πλάκα μπετόν ταράτσας) από όση χρειάζεται για να δημιουργήσουμε εξαρχής μία στεγανή μάζα (μεμβράνη ελαστομερούς υλικού ή ασφαλτόπανο ή άλλο επικαλυπτικό υλικό στεγάνωσης).
    Τα υλικά εμποτισμού που εφαρμόζονται κατά κανόνα για τη στεγανοποίηση των ταρατσών είναι τα εξής:
    BETOSTAL SLN (βασικός αδιαβροχοποιητής που εφαρμόζεται με 2 ή 3 διαδοχικούς πλημμυρισμούς)
    CONTRAQUA 7/50 (τελικό υδρόφοβο υλικό που εφαρμόζεται μία φορά στο τέλος στην πλάκα και στο στηθαίο)
    Το κόστος αυτών των δύο υλικών σε καμία περίπτωση δεν υπερβαίνει τα 4€ / m2 + ΦΠΑ.
    Προαιρετικά, μπορεί να χρησιμοποιηθεί επιπλέον και η οικονομική βαφή COVERLACK THERMO πριν από το τελικό υδρόφοβο υλικό, ώστε να γίνει λευκή η επιφάνεια, για αισθητικούς λόγους και για δροσιά το καλοκαίρι. Εναλλακτικά, υπάρχει και η ανακλαστική βαφή ANTITHERM, με υψηλότερο κόστος και μεγαλύτερο συντελεστή θερμομόνωσης για το καλοκαίρι και τον χειμώνα.
  2. Ευκολία και ταχύτητα στην εφαρμογή, με μηδενικό ή πολύ χαμηλό κόστος εργασίας.
    Τα περισσότερα στεγανωτικά υλικά εμποτισμού εφαρμόζονται εύκολα από έναν ανειδίκευτο εργάτη, χωρίς χρήση κάποιου εξειδικευμένου εξοπλισμού. Αυτό στην πράξη σημαίνει ότι το κόστος της εφαρμογής του υλικού είναι είτε μηδενικό, αν την κάνει ο ίδιος ο ιδιοκτήτης του κτιρίου, είτε πολύ χαμηλό, αν την αναθέσει σε κάποιον εργάτη. Αντίθετα, τα υλικά επικάλυψης απαιτούν υψηλή εξειδίκευση και ακριβό εξοπλισμό. Επίσης, προϋποθέτουν πολύ καλό καθαρισμό της επιφάνειας και εφαρμογή του κατάλληλου ασταριού για τη βελτίωση της πρόσφυσης, αλλιώς η συγκόλληση της μεμβράνης δεν θα είναι επιτυχής.
  3. Εύκολη επισκευή σε περίπτωση δημιουργίας νέας ρωγμής μελλοντικά.
    Κάποια υλικά εμποτισμού (PENETRON) έχουν την εκπληκτική ιδιότητα του “self-cure”, δηλαδή σφραγίζουν αυτόματα τη ρωγμή που θα δημιουργηθεί από σεισμό ή καθίζηση ή συστολοδιαστολή της επιφάνειας ακόμα και πολλά χρόνια μετά την εφαρμογή τους. Αλλά και για τα υπόλοιπα υλικά εμποτισμού, που δεν έχουν αυτήν την εξαιρετική ιδιότητα, η επισκευή μίας ρωγμής γίνεται εύκολα με απλή εφαρμογή του υλικού στην περιοχή όπου έγινε η ρωγμή. Αντίθετα, στα επικαλυπτικά υλικά, όταν ρηγματώσουν, το νερό τα διαπερνά και λιμνάζει από κάτω τους, με αποτέλεσμα να τα αποκολλά από την επιφάνεια και να τα καταστρέφει ολοσχερώς. Τότε η μόνη λύση είναι η αντικατάστασή τους, η οποία είναι επίπονη και χρονοβόρα.
  4. Απλή και οικονομική επαναληπτική εφαρμογή μετά από κάποια χρόνια.
    Αν θέλουμε μετά από μερικά χρόνια για λόγους ασφαλείας να ενισχύσουμε την στεγάνωση που καναμε, μπορούμε απλά να εφαρμόσουμε μία ακόμα φορά το υλικό εμποτισμού. Η Smart Technical Solutions αναλαμβάνει αυτήν την περιοδική εργασία προληπτικής συντήρησης για όσους πελάτες της το ζητήσουν. Σε αυτήν την περίπτωση ισχύει ισόβια εγγύηση. Με τα επικαλυπτικά υλικά κάτι τέτοιο κατά κανόνα δεν είναι δυνατόν να γίνει, επειδή η κατάσταση του υλικού συνήθως δεν είναι αρκετά καλή για να μπορέσει να υποστηρίξει μία νέα στρώση από πάνω του χωρίς να αποκολληθούν και οι δύο στρώσεις μαζί. Αλλά, ακόμα και αν το υλικό επικάλυψης είναι σε άριστη κατάσταση, το κόστος της επαναληπτικής εφαρμογής του είναι πολύ υψηλότερο από το κόστος της επαναληπτικής εφαρμογής ενός υλικού εμποτισμού, επειδή το υλικό που απαιτείται για την κάθε εφαρμογή είναι πολύ περισσότερο, όπως εξηγήσαμε στην πρώτη παράγραφο πιο πάνω.
  5. Τα υλικά εμποτισμού δεν φθείρονται, επειδή δεν εκτίθενται στις καιρικές συνθήκες.
    Καθώς εισέρχονται μέσα στους πόρους της επιφάνειας, τα υλικά αυτά προστατεύονται από τον παγετό, το χαλάζι, το περπάτημα, την υπεριώδη ακτινοβολία του ήλιου, την αλμύρα, την όξινη βροχή, τους διάφορους διαβρωτικούς χημικούς ρύπους και από κάθε άλλον παράγοντα που θα μπορούσε να τα φθείρει μηχανικά ή να τα αλλοιώσει χημικά. Αντίθετα, τα επικαλυπτικά υλικά είναι εκτεθειμένα σε όλες τις πιο πάνω συνθήκες του περιβάλλοντος, με αποτέλεσμα να φθείρονται σταδιακά, ακόμα και αν είναι πολύ υψηλών προδιαγραφών για μεγάλη διάρκεια ζωής. Τα υλικά εμποτισμού είναι συνήθως ισόβιας διάρκειας, από αυτήν ακριβώς την αιτία: ότι είναι “κρυμμένα” μέσα στους πόρους της επιφάνειας και δεν έρχονται σε άμεση επαφή με διαβρωτικούς παράγοντες.
  6. Άλλα πλεονεκτήματα των υλικών εμποτισμού.
    Υπάρχουν αρκετά ακόμα πλεονεκτήματα αυτής της μεθόδου, τα οποία ισχύουν για ορισμένα υλικά εμποτισμού. Τέτοια πλεονεκτήματα είναι, για παράδειγμα, η διαπνοή του κτιρίου, η αντοχή σε αρνητικές πιέσεις, η προστασία του χαλύβδινου οπλισμού από την υγρασία, η βατότητα, η αισθητική, η αναχαίτιση της σταδιακής απότριψης της επιφάνειας κ.ά. Στις ενότητες PENETRON και WINWET θα βρείτε αναλυτική παρουσίαση αυτών των πρόσθετων πλεονεκτημάτων. Ειδικότερα, μπορείτε να διαβάσετε και τη σελίδα: Ταράτσες χωρίς προϋπάρχουσα μόνωση – υγρομόνωση & θερμομόνωση.

Τα πλεονεκτήματα της επικάλυψης
Παρόλα αυτά, η μέθοδος της στεγανοποίησης με υλικά επικάλυψης έχει και αυτή κάποια πλεονεκτήματα έναντι της αδιαβροχοποίησης με υλικά εμποτισμού:

  1. Υποκειμενικό ψυχολογικό πλεονέκτημα: η μάζα και ο όγκος των επικαλυπτικών υλικών.
    Για πολλούς είναι δύσκολο να πιστέψουν ότι μία επιφάνεια που δεν έχει τίποτα το ορατό και απτό επάνω της έχει γίνει στεγανή. Αυτό είναι σχυνά ένα πρόβλημα για τους επαγγελματίες που θέλουν να προτείνουν υλικά εμποτισμού στους πελάτες τους, καθώς αντιμετωπίζοουν την εύλογη δυσπιστία τους. Τα επικαλυπτικά υλικά, αντίθετα, προσφέρουν μία χειροπιαστή εικόνα στεγανοποίησης, που εμπνέει μεγαλύτερη εμπιστοσύνη, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, όταν δεν έχουν ακόμα αρχίσει οι μηχανικές φθορές, η χημική αλλοίωση, τα ραγίσματα, τα φουσκώματα και τα ξεφλουδίσματα.
    Προκειμένου να μπορέσει να αντιπαρέλθει και να αγνοήσει ο υποψήφιος πελάτης αυτό το ψυχολογικό μειονέκτημα των υλικών εμποτισμού, αρκεί να μιλήσει με μερικούς από τους χιλιάδες ικανοποιημένους πελάτες μας, οι οποίοι, στις περισσότερες των περιπτώσεων, εμπιστεύθηκαν τη μέθοδο του εμποτισμού, επειδή ακριβώς ήταν παθόντες από τα υλικά επικάλυψης. Ονόματα και τηλέφωνα ικανοποιημένων πελατών μας, που μας έχουν δηλώσει ότι είναι πρόθυμοι να απαντούν σε κλήσεις υποψηφίων πελατών μας, είναι στη διάθεση κάθε ενδιαφερόμενου.
  2. Αντικειμενικό πλεονέκτημα: όταν το υπόστρωμα είναι είτε υπερβολικά πορώδες είτε σαθρό είτε ασταθές-κινούμενο.
    Σε τέτοιες περιπτώσεις τα υλικά εμποτισμού έχουν συχνά αποδειχθεί ακατάλληλα για να αντεπεξέλθουν στις απαιτήσεις της εφαρμογής, για τους εξής προφανείς λόγους:

    1. Οι υπερβολικά μεγάλοι πόροι (π.χ. περλομπετόν ή αφρομπετόν) δεν μπορούν να γεμιστούν από το υδαρές υλικό εμποτισμού, το οποίο χάνεται μέσα στη μάζα της επιφάνειας, χωρίς να καταφέρνει να την κορέσει ώστε να την αδιαβροχοποιήσει.
      Αντίθετα, τα ελαστομερή επικαλυπτικά υλικά, που είναι παχύρρευστα και δεν είναι καθόλου υδαρή, καλύπτουν τους πόρους και τους σφραγίζουν επιφανειακά και σε ένα μικρό βάθος, στο βαθμό που μπορούν να εισχωρήσουν μέσα σε αυτούς.
      Πάντως, ακόμα και τα υλικά εμποτισμού μπορούν, υπό συνθήκες, να γίνουν κατάλληλα για τις πολύ πορώδεις επιφάνειες. Μία λύση που συνήθως λειτουργεί καλά είναι, πριν από την εφαρμογή του υλικού εμποτισμού, να προηγηθεί ένα γέμισμα των πόρων με μία πολύ λεπτή στρώση υδαρούς και λεπτόρρευστης χυλώδους τσιμεντοκονίας που περιέχει μία καλής ποιότητας ελαστική και συνεκτική ρητίνη που δεν αποσυντίθεται με το πέρασμα του χρόνου εξαιτίας του αλκαλικού περιβάλλοντος του τσιμέντου. Ένα παράδειγμα τέτοιας ρητίνης είναι το ακρυλικό προϊόν POLIBOND ELASTICO. Η επιφάνεια που προκύπτει τότε έχει μικροσκοπικούς πόρους, οι οποίοι σφραγίζονται επιτυχώς από ένα καλό στεγανωτικό υλικό εμποτισμού, όπως είναι το BETOSTAL SLN.
    2. Το υπερβολικά σαθρό υπόστρωμα (π.χ. η πλάκα μίας ταράτσας που έχει αποσαθρωθεί εξαιτίας της παγοπληξίας) σε ορισμένες περιπτώσεις έχει αποδειχθεί ότι δεν μπορεί να συγκρατήσει το υδαρές υλικό εμποτισμού, επειδή συμπεριφέρεται ουσιαστικά όπως μία πολύ πορώδης επιφάνεια. Η μηχανική απομάκρυνση των σαθρών (ένα καλό σκούπισμα ή υδροβολή) μπορεί σε αρκετές περιπτώσεις να εξασφαλίσει ένα σταθερό υπόστρωμα για την επιτυχή εφαρμογή των υλικών εμποτισμού.
      Όμως, υπάρχουν και κάποιες περιπτώσεις κατά τις οποίες η αποσάθρωση έχει προχωρήσει σε μεγάλο βάθος. Σε τέτοιες περιπτώσεις συνιστάται η εφαρμογή ασφαλτόπανου και όχι ελαστομερούς, επειδή το ελαστομερές δεν θα βρει σταθερή επιφάνεια πρόσφυσης και θα υπάρχει κίνδυνος να αποκολληθεί.
      Διευκρινίζουμε ότι και σε αυτήν την περίπτωση είναι πιθανόν η λύση της υδαρούς τσιμεντοκονίας με πρόσμικτη συνεκτική και ελαστική ρητίνη να εξασφαλίσει το κατάλληλο υπόστρωμα για την εφαρμογή ενός υλικού εμποτισμού. Στα έργα που αναλαμβάνουμε εξετάζουμε κατά περίπτωση αν αυτή η λύση είναι τεχνικά εφικτή και οικονομικά συμφέρουσα.
    3. Το ασταθές και κινούμενο υπόστρωμα (π.χ. μετά από θερμομόνωση με πλάκες πολυστερίνης και αφρομπετόν ή περλομπετόν ή ελαφροσκυρόδεμα και τσιμεντοκονία ή πλακάκια ή μαρμαρόπλακες ή τσιμεντόπλακες ως τελική επιφάνεια) βρίσκεται σε μία διαρκή ανεπαίσθητη κίνηση εξαιτίας των συστολοδιαστολών που συμβαίνουν με τις μεγάλες αλλαγές της θερμοκρασίας από τη νύχτα μέχρι το μεσημέρι, ιδίως την άνοιξη και στην αρχή του καλοκαιριού. Αυτή η κίνηση προξενεί μικρορωγμές στην τσιμεντοκονία ή στους αρμούς, οι οποίες στην περίπτωση του υλικού εμποτισμού χρειάζονται επαναληπτική εφαρμογή για να γεμίζονται και να σφραγίζονται ξανά σε τακτά χρονικά διαστήματα.
      Πιο πρακτική λύση σε τέτοιες περιπτώσεις είναι η εφαρμογή ενός επικαλυπτικού υλικού, εν γνώσει μας φυσικά ότι δεν θα είναι για μια ζωή. Προτιμάμε σε αυτές τις περιπτώσεις κάποιο ελαστομερές καλής ποιότητας αντί του ασφαλτόπανου, επειδή είναι πιο εύκολη η απομάκρυνσή του και η εφαρμογή νέου στρώματος όταν το παλιό φθαρεί. Η μεγάλη ελαστικότητα ενός καλού επικαλυπτικού υλικού, η οποία σε ορισμένα υλικά φτάνει μέχρι και το 500%, εξασφαλίζει την αντοχή και το μη σχίσιμο του υλικού όταν το υπόστρωμα πάνω στο οποίο έχει εφαρμοστεί κινείται εφαρμόζοντας μεγάλες τάσεις σε ορισμένα σημεία του υλικού, όπως είναι για παράδειγμα οι αρμοί.
      Τονίζουμε εδώ ότι στην περίπτωση του ασταθούς και κινούμενου υποστρώματος η λύση της υδαρούς τσιμεντοκονίας δεν μπορεί να βοηθήσει προκειμένου να εφαρμοστούν τα υλικά εμποτισμού. Η λύση ενός ελαστομερούς καλής ποιότητας και μεγάλης διάρκειας ζωής είναι σε τέτοιες περιπτώσεις μονόδρομος, στον οποίο βρισκόμαστε για το λόγο ότι δεν είχε ληφθεί εξαρχής πρόνοια για αδιαβροχοποίηση της πλάκας, δηλαδή βαθιά στεγανοποίησή της με υλικά εμποτισμού, πριν από την εφαρμογή των μονωτικών υλικών που στη συνέχεια κάλυψαν την πλάκα.

Συμπέρασμα:
Η χρήση επικαλυπτικών υλικών είναι, με άλλα λόγια, μία λύση ανάγκης, σε περιπτώσεις που δεν έχει ληφθεί πρόνοια εξαρχής, με αποτέλεσμα να έχει κάποια προβλήματα η επιφάνεια.

Σημείωση:
Τα επικαλυπτικά υλικά που χρησιμοποιούμε στα έργα μας και τα οποία συνιστούμε και σε όποιον επιθυμεί να κάνει μόνος του την εφαρμογή, είναι τα υλικά HYPERDESMO, τα οποία παράγονται στην Ελλάδα και εξάγονται σε πολλές χώρες.

Χαρακτηριστικές εικόνες:
Ακολουθούν μερικές εικόνες που βρήκαμε σε διάφορες σελίδες στο διαδίκτυο σχετικά με το θέμα αυτής της σελίδας:

Επικαλυπτικά υλικά και ασφαλτόπανο σε πλάκα μπετόν και περιμετρικό τοιχίο ταράτσας.
Η πολυπλοκότητα της εφαρμογής προϋποθέτει μεγάλη εξειδίκευση και προσοχή από το
συνεργείο εφαρμογής. Μία απροσεξία μπορεί να σημαίνει σε βάθος χρόνου διείσδυση της
υγρασίας και σταδιακή αποκόλληση και καταστροφή ολόκληρης της μόνωσης.

Εδώ βλέπουμε μία ταράτσα με ένα τοιχίο που προεξέχει. Τόσο η πλάκα όσο και
το τοιχίο έχουν εμποτιστεί με κατάλληλα στεγανωτικά υλικά που σφραγίζουν
τους πόρους των επιφανειών σε αρκετά μεγάλο βάθος. Βλέπουμε πώς η βροχή
ανακλάται στην επιφάνεια της ταράτσας και δεν διεισδύει μέσα στους πόρους
του σκυροδέματος, ενώ παράλληλα ο αέρας μπορεί και διαπερνά το τοιχίο
ανεμπόδιστα. Δηλαδή, τα συγκεκριμένα υλικά εμποτισμού που χρησιμοποιήθηκαν
σε αυτήν την εφαρμογή ήταν μεν υδατοστεγή, όμως ήταν και αεροπερατά. Αυτό
είναι ιδιαίτερα σημαντικό, επειδή έτσι το κτίριο “αναπνέει”, και έτσι  δεν σχηματίζεται
συμπύκνωση και υγροποίηση υδρατμών στο εσωτερικό του, που θα είχε ως
συνέπεια την ανάπτυξη μούχλας.

Αυτή η εικόνα δείχνει τη δομή του σκυροδέματος και άλλων οικοδομικών υλικών.
Υπάρχουν αμέτρητοι πόροι, μέσα από τους οποίους μπορεί να περάσει το νερό και
να διεισδύσει στο εσωτερικό του κτιρίου. Είναι τεχνικό σφάλμα να μη σφραγιστούν
αυτοί οι αμέτρητοι πόροι και αντί αυτού να καλυφθούν. Τα προβλήματα πρέπει να
αντιμετωπίζονται στη ρίζα τους, όχι να συγκαλύπτονται, ούτε να επικαλύπτονται.
Αυτός ο κανόνας, που ισχύει σε όλους τους τομείς της ζωής, ισχύει προφανώς και
στη στεγανοποίηση των επιφανειών. Αλλιώς, κάποια στιγμή το πρόβλημα επανέρχεται,
αν δεν έχει κτυπηθεί στη ρίζα του. Και στη συγκεκριμένη περίπτωση, η ρίζα του
προβλήματος είναι η ιδιότητας των οικοδομικών υλικών να είναι πορώδη. Το ίδιο
ισχύει και για τους αρμούς που υπάρχουν ανάμεσα σε μη πορώδη υλικά, όπως είναι
για παράδειγμα οι αρμοί ανάμεσα στα επισμαλτωμένα κεραμικά πλακίδια.

     

Εδώ βλέπουμε δύο πορώδεις επιφάνειες που έχουν γίνει όχι μόνον αδιάβροχες αλλά
και υδρόφοβες, χάρη στα υλικά εμποτισμού που εφαρμόστηκαν επάνω τους και
διείσδυσαν μέσα στους πόρους τους.

Τα στεγανωτικά υλικά εμποτισμού PENETRON έχουν την επιπλέον σημαντική
ιδιότητα της ανάπτυξης στεγανών πυριτικών μικροκρυστάλλων (crystal growth)
μέσα στους πόρους και τις τριχοειδείς ρωγμές του σκυροδέματος. Αυτοί οι κρύσταλλοι
αντέχουν ακόμα και σε αρνητικές πιέσεις της τάξεως των 16 bar, δηλαδή 160 μέτρα
χαμηλότερα από την επιφάνεια του νερού της θάλασσας ή του υδροφόρου ορίζοντα!
Εξίσου εντυπωσιακή είναι η ιδιότητα του υλικού να αναπτύσσεται και μέσα σε νέες
ρωγμές που σχηματίζονται μετά από χρόνια από διάφορες αιτίες. Αυτή η ιδιότητα
ονομάζεται self-cure, δηλαδή το υλικό θεραπεύει από μόνο του τυχόν προβλήματα
που δημιουργούνται στο σκυρόδεμα με το πέρασμα του χρόνου. Επίσης, αυξάνει
αισθητά τις μηχανικές αντοχές του σκυροδέματος και το κάνει χημικά απρόσβλητο από
οξέα και άλλους διαβρωτικούς παράγοντες, όπως είναι η αλμύρα και τα χλωριόντα
του θαλασσινού νερού. Τα υλικά αυτά είναι ίσως τα μόνα υλικά εμποτισμού που
σχηματίζουν ταυτόχρονα ένα ορατό και απτό στρώμα επικάλυψης (η οποία όμως
δεν παίζει απολύτως κανένα ρόλο στη στεγανοποίηση του μπετόν).

Ελαστομερές ταράτσας κατεστραμμένο. Ο ήλιος και ο πάγος αποσυνθέτουν
μέσα σε λίγα χρόνια το ελαστομερές. Η διάρκεια ζωής τους εξαρτάται από την
ποιότητα και το κόστος αγοράς τους. Όμως όλα τα ελαστομερή κάποια στιγμή
φουσκώνουν και επιτρέπουν στο νερό να περάσει μέσα στην πλάκα της
ταράτσας. Η αφαίρεσή τους είναι πολύ δύσκολη, επειδή σε πολλά σημεία
έχουν διατηρήσει την πρόσφυσή τους πάνω στην πλάκα. Έτσι, η επάλειψη
νέας στρώσης γίνεται αναγκαστικά επάνω στην παλιά, και αυτό αδυνατίζει
κατά πολύ την αντοχή της νέας εφαρμογής, με αποτέλεσμα να φθείρεται και
αυτή σύντομα και να πρέπει να επαναλαμβάνεται κάθε λίγα χρόνια το ίδιο
κόστος και η ίδια ταλαιπωρία, μαζί με πιθανές ζημιές στο εσωτερικό του κτιρίου
εξαιτίας της υγρασίας που διαπερνάει την πλάκα.
Ασφαλτόπανο φουσκωμένο από την υγρασία. Αυτό είναι το αποτέλεσμα της
διείσδυσης υγρασίας μέσα από σημεία ένωσης (ραφές) του ασφαλτοτάπητα
που κάποια στιγμή ξεκόλλησαν (βλ. μεθεπόμενη φωτογραφία). Αυτό το
ασφαλτόπανο προφανώς δεν προσφέρει πλέον καμία στεγανοποίηση στην ταράτσα.
Πρέπει να αντικατασταθεί. Το κόστος αντικατάστασης είναι πάντα πιο υψηλό
από το κόστος της αρχικής εφαρμογής, επειδή η αποξήλωση του υπάρχοντος
ασφαλτόπανου απαιτεί επίπονη και χρονοβόρα υγρασία, προκειμένου να
εξασφαλιστεί μία καθαρή επιφάνεια ικανή να δεχτεί το καινούργιο ασφαλτό-
πανο ή όποιο άλλο στεγανωτικό υλικό επιλεχθεί. Πόσο μάλλον αν το νέο υλικό που
θα επιλεχθεί είναι υλικό εμποτισμού, οπότε σε αυτήν την περίπτωση θα πρέπει η
επιφάνεια να καθαριστεί σε βαθμό που οι  πόροι της να αποκαλυφθούν, ώστε να
μπορέσει να γίνει ο εμποτισμός.

Ασφαλτόπανο ραγισμένο λόγω απώλειας της ελαστικότητας της ασφάλτου.
Ένα πολύ μεγάλο και ιδιαίτερα συχνό τεχνικό σφάλμα είναι η απευθείας
έκθεση του ασφαλτόπανου στις καιρικές συνθήκες και στον ήλιο. Ο πάγος
και η ακτινοβολία του ήλιου αφαιρούν σταδιακά την ελαστικότητα από
τον ασφαλτοτάπητα, με αποτέλεσμα αυτός να ραγίζει. Το νερό πλέον
εισέρχεται και απλώνεται σε όλη την επιφάνεια κάτω από το ασφαλτόπανο,
όπου λιμνάζει και σταδιακά διαποτίζει την πλάκα, μέχρι που εμφανίζεται
στο ταβάνι του τελευταίου ορόφου.

Ξεκολλημένη ραφή σε ασφαλτόπανο. Αυτό είναι το ξεκίνημα της ζημιάς
σε ταράτσες με ασφαλτόπανα. Το νερό εισέρχεται μέσα από τέτοια σημεία
και συσσωρεύεται κάτω από το ασφαλτόπανο. Η πίσσα ξεκολλάει λόγω
της επαφής της με το νερό, και έτσι το νερό σταδιακά απλώνεται σε όλη
την επιφάνεια της πλάκας, αποκολλώντας το ασφαλτόπανο και εισερχόμενο
μέσα στην πλάκα, καθώς δεν έχει το περιθώριο να εξατμιστεί, επειδή είναι
καλυμμένο από το ασφαλτόπανο. Έτσι, η ύπαρξη του ασφαλτόπανου
επιταχύνει τη διείσδυση του νερού στην πλάκα αντί να την αποτρέπει.

Ελαστομερές υλικό ταράτσας μαυρισμένο από τη μούχλα και την υγρασία
που έχει απορροφηθεί κάτω από το ελαστομερές. Η εγκλωβισμένη υγρασία
διεισδύει σταδιακά μέσα στην πλάκα της ταράτσας, μέχρι που κάποια
στιγμή εμφανίζεται στο ταβάνι του τελευταίου ορόφου.