Η Πολιτεία της Λευτεριάς
Ένα ταξίδι Αλήθειας στα άδυτα του νου
με προορισμό την εσωτερική Ελευθερία.
Β27. Η χαρά του κενού και της ακτημοσύνης.
Τον πρώτο καιρό που είχε ανακαλύψει τη δυνατότητα να μην ακουμπάει πουθενά, ένιωθε νοσταλγία για τον «παλιό καλό καιρό», τότε που βούταγε για ώρες, μέρες, μήνες σε αισθησιακές και συγκινησιακές καταχρήσεις και κραιπάλες, χωρίς να νιώθει κορεσμό. Αυτή η νοσταλγία τού προξενούσε θλίψη, γιατί δεν ήξερε με τι να γεμίσει το κενό που άφηνε πίσω της η κραιπάλη με την αποχώρησή της από τη ζωή του.
Ήτανε μια δύσκολη περίοδος εκείνη για το νου, ένιωθε σαν χαμένος, σαν ξένος μες στον κόσμο. Όσους και αν είχε φίλους αδελφούς και αδελφές να τον αγαπούν και να τον φροντίζουν, ήξερε τώρα πια καλά πως το μόνο που μπορούσε να πάρει από αυτούς ήτανε στιγμές ανούσιας λήθης μέσα στην αγκαλιά τους, και τίποτα το πιο ουσιαστικό. Το επόμενο βήμα για να βρει ξανά τη χαρά της ζωής ανήκε αποκλειστικά σε κείνον, τώρα που οι κραιπάλες είχαν πια εντελώς απομυθοποιηθεί.
Ήτανε μία αναγκαία και αναπόφευκτη δύσκολη περίοδος. Η δύναμη της συνήθειας μεγάλη, πάμπολλες οι προσπάθειες για πισωγύρισμα στη λήθη, μα όλες σκόνταφταν στο αίσθημα του κορεσμού, που εμφανιζόταν κάθε φορά ακαριαία. «Τι να τον κάνω τόσο χρόνο, Θεέ μου;», αναφωνούσε ο νους. Όταν ο κόμπος έφτασε στο χτένι, τότε είχε ωριμάσει ο καιρός και με τρόπο φυσικό, αβίαστα, σαν φυσική συνέπεια της απόγνωσης, ξεκίνησαν τα έργα της ανέγερσης της «Πολιτείας της Λευτεριάς» πριν τέσσερις περίπου μήνες.
Το κτίσιμο της «Πολιτείας της Λευτεριάς» γέμισε μεγάλο μέρος από τον ελεύθερο χρόνο του νου. Ήταν μία δραστηριότητα που ο νους την ενέκρινε, γιατί υπηρετούσε το «ευ ζην» του παρόντος και του μέλλοντός του. Άρα, ήταν μία δραστηριότητα στην οποία μπορούσε να αφοσιώνεται επί ώρες, χωρίς να νιώθει τον αδυσώπητο κορεσμό της κραιπάλης ο οποίος διέκοπτε ανελέητα κάθε σπασμωδική προσπάθειά του για πλήρωση του δυσβάσταχτου κενού.
Τον πρώτο καιρό οι εργασίες της ανέγερσης γίνονταν μέσα σε κλίμα θαλπωρής και γλυκύτητας, κάτι που επίσης ήταν μια μορφή προσπάθειας για πλήρωση του κενού, που όμως κατ’ εξαίρεση δεν προκαλούσε το γνώριμο κορεσμό στο νου, αφού του χάριζε εσωτερική γαλήνη μέσα από τη γνώση της Αλήθειας, όχι μέσα από προσπάθεια για απόδραση από την Αλήθεια. Ο νους είχε τότε ακόμα μεγάλη ανάγκη να ακουμπήσει μέσα στο θαλπερό και γλυκό κόσμο που είχε δημιουργήσει ο ίδιος για τον εαυτό του και το έκανε τότε αυτό συνειδητά χωρίς καμία ενοχή, γιατί ήξερε πως μόνο μέσα σε ένα τέτοιο όμορφο κλίμα θα μπορούσε να του ανοίξει η όρεξη για συστηματική εσωτερική εργασία.
Τώρα, σχεδόν τέσσερις μήνες αργότερα, ο νους νιώθει πολύ καλά για την τότε επιλογή του. Αναγνωρίζει πως πράγματι αυτή ήταν η μόνη μέθοδος που θα μπορούσε τότε να αποδώσει. Παρατηρεί ότι τώρα η διάθεσή του έχει αλλάξει κάπως. Χωρίς να έχει εκλείψει εντελώς, σίγουρα έχει μειωθεί αρκετά η ανάγκη του να χώνεται μέσα στο μαγικό κόσμο της συγγραφής για να νιώθει όμορφα. Τη θέση εκείνης της ανάγκης έχει πάρει μία μεγαλύτερη συμφιλίωση με τις έννοιες του κενού και της ακτημοσύνης. Με άλλα λόγια, τώρα ο νους αντέχει πολύ περισσότερο στην ιδέα ότι κανένα από τα παλιά του αποκούμπια δεν είναι πλέον ικανό να τον ξεγελάσει έστω και για λίγη ώρα προσφέροντάς του γλυκιά λήθη.
Αυτή η σημαντική αλλαγή προφανώς έχει συμβεί επειδή ήδη φτάνει προς το τέλος της η δεύτερη ενότητα βημάτων της ανέγερσης της «Πολιτείας της Λευτεριάς», που αφορά την απελευθέρωση του νου από τα δεσμά του. Σε αυτή τη φάση ο νους μπορεί, επιτέλους, να κάθεται αρκετή ώρα και να μην κάνει τίποτα παραπάνω από το να αφήνεται και να αφουγκράζεται την αναπνοή, τους κτύπους της καρδιάς, την ενέργεια που με τρόπο μυστηριώδη και ανεξιχνίαστο δίνει ζωή στο σώμα, την παγκόσμια δύναμη του Έρωτα που φροντίζει για τη συνοχή του σύμπαντος. Αντέχει, δηλαδή, την απουσία χειροπιαστών αντικειμένων απασχόλησης, κάτι που λίγους μήνες πριν του προκαλούσε τρέλα.
Μπορεί να αφοσιώνεται σε έννοιες που μέχρι πρόσφατα θεωρούσε αφηρημένες και ως εκ τούτου βαρετές, ενώ τώρα έχει μάθει να τους αποδίδει τη μεγάλη σημασία που αξίζουν, επειδή διαπίστωσε στην πράξη ότι η ενασχόλησή του με αυτές τον ωφελούν πολύ. Παλιά τις θεωρούσε ανιαρές, μα τώρα έχει καταλάβει ότι σε αυτές τις έννοιες στηρίζεται το ίδιο το δώρο της ζωής του. Έχει, λοιπόν, αποφασίσει να μη θεωρεί πλέον τίποτα ως κεκτημένο και αυτονόητο αλλά να τα εκτιμά όλα σαν να ’τανε καινούργια και πρωτόγνωρα, γιατί μόνο έτσι μπορεί να χαίρεται με τρόπο τεκμηριωμένο το δώρο της ζωής του.
Καθώς μαθαίνει να συγκεντρώνεται και να εμβαθύνει σε όσα συνιστούν το δώρο της ζωής, απομακρύνεται όλο και περισσότερο από εκείνα που του κατανάλωναν τον ελεύθερό του χρόνο. Έτσι, χωρίς να το έχει επιδιώξει επί τούτου, έχει μάθει να χαίρεται και να απολαμβάνει το κενό που άφησαν πίσω τους τα χαμένα αποκούμπια. Χαίρεται, δηλαδή, την ελευθερία της ακτημοσύνης[1].
[1] Η ακτημοσύνη με την έννοια της υποκειμενικής εσωτερικής μη δυνατότητας του νου να ακουμπάει συναισθηματικά σε όσα έχει, όχι με την έννοια ότι αντικειμενικά στερείται ακόμα και τα πιο βασικά αγαθά (στέγη, ρούχα, τροφή, αγαπημένα πρόσωπα, καλή υγεία, αρτιμέλεια κτλ.). Το να χαίρεσαι ακόμα και μέσα στην απόλυτη αντικειμενική ακτημοσύνη είναι σίγουρα ένα πολύ πιο δύσκολο βήμα στην ατραπό προς την ελευθερία, που νιώθω πως δεν μπορώ να το κατακτήσω, στο ορατό μέλλον τουλάχιστον.
