Η Πολιτεία της Λευτεριάς
Ένα ταξίδι Αλήθειας στα άδυτα του νου
με προορισμό την εσωτερική Ελευθερία.
Α35. Ο νους αποδέχεται το μηδέν της ύπαρξής του.
Θυμάται ο νους πως έχει ξανανιώσει μερικές φορές στο παρελθόν την ίδια εσωτερική γαλήνη, όποτε βρέθηκε σε δύσκολες περιστάσεις όπου η σκληρή πραγματικότητα τον είχε εξαναγκάσει να δεχθεί πως βρίσκεται ακόμα στο μηδέν. Στον πρώτο και πιο επώδυνο από τους χωρισμούς μου, σε ηλικία είκοσι δύο ετών, γνώρισε για πρώτη φορά αυτό το ανακουφιστικό είδος γαλήνης, μετά από ανελέητο εσωτερικό πόλεμο που βάστηξε τρεις ακριβώς μήνες.
Εντελώς ξαφνικά και «άκαρδα», όπως έλεγε τότε, τον παράτησε η αγαπημένη του, γιατί αγάπησε άλλον. Ο πόνος του χωρισμού αβάσταχτος, καθώς ήταν η πρώτη μακροχρόνια σχέση του. Την είχε συνηθίσει, θεωρούσε δεδομένη την αγάπη της. Με το χωρισμό ένιωθε πως του ξερίζωσαν με βία το μισό εαυτό του. Δεν είχε πια δικαίωμα ν’ αγγίζει το τρυφερό μελαχρινό κορμί της! Του έλειπε αφάνταστα, τα χέρια και τα δάχτυλά του έψαχναν μάταια παντού να την αγγίξουν. Ένιωθε μαγεμένος, δέσμιος της γυναίκας που τον λάβωσε «άδικα», απροειδοποίητα.
Ήθελε να πάψει να πονά. Δεν άντεχε να είναι υποχείριο του πόνου. Ο εγωισμός του δεν το άντεχε να έχει γίνει ράκος εξαιτίας μιας γυναίκας! Δεν μπορούσε να δεχθεί πως μετά από τόσα χρόνια εμπειρίας και γνώσης ήταν ακόμα τόσο πίσω. Είχε άλλη εικόνα για τον εαυτό του, δεν πίστευε ποτέ πως θα την πάθαινε έτσι. Δεν είχε τη δύναμη ούτε να συνεχίσει τις σπουδές του, ούτε να πιάσει μια δουλειά. Είχαν περάσει χρόνια από την αποφοίτησή του από το σχολείο, και ακόμα ούτε είχε σπουδάσει ούτε είχε πετύχει επαγγελματικά, ούτε είχε ξεπεράσει την εξάρτηση από την παρουσία μιας γυναίκας.
Δεν τον χωρούσε ο τόπος. Χτυπιόταν, έκλαιγε, δεν άντεχε τον πόνο, δεν πίστευε πως θα γινότανε ποτέ καλά, δεν το πίστευε ότι ο χρόνος θα μπορούσε να τον θεραπεύσει. Είχε πιάσει πάτο. Βρισκόταν πλέον στο σημείο μηδέν της ύπαρξής του. Δεν ήθελε να το δεχθεί. Για τρεις μήνες είχε πόλεμο μέσα του.
Πήγε ένα ταξίδι στο Παρίσι για δέκα μέρες, για να αλλάξει παραστάσεις, να ξεφύγει απ’ τον αβάσταχτο καημό. Δέκα μέρες με τις κεραίες ορθάνοικτες, ρουφούσε ο νους ακόρεστα νέες εντυπώσεις, ακούσματα, θεάματα, γεύσεις, οσμές, αρώματα, φοιτητικές παρέες των φίλων που τον φιλοξενούσαν.
Φορούσε τις χοντρές του μπότες και περπατούσε όλη μέρα σε δρόμους στρωμένους με χιόνι μισό μέτρο, τριγυρνούσε ολοζώντανος μέσα στα λαγούμια του παριζιάνικου μετρό, πάνω στις γέφυρες του Σηκουάνα, στεκόταν μαγεμένος μπροστά σε εξαίρετους πλανόδιους καλλιτέχνες κάθε είδους, επισκέφθηκε την Παναγία των Παρισίων και το Λούβρο, πήγε στα Ηλύσια Πεδία και στα άλλα αξιοθέατα της Πόλης του Φωτός. Γνώρισε ανθρώπους από όλες τις φυλές της Γης, άκουγε και μιλούσε Γαλλικά, μια γλώσσα που ως τότε του ήταν σχεδόν άγνωστη. Είδε τους άστεγους κλοσάρ χαμένους μέσα στο δικό τους κόσμο, κατάλαβε έτσι πως η δική του δυστυχία ήταν πταίσμα. Ερωτεύθηκε έναν άλλο κόσμο, ίσως ήτανε γι’ αυτόν η ιδανική στιγμή για να γνωρίσει έναν κόσμο τόσο μαγικό όσο είναι το Παρίσι.
Έτσι, ο νους άλλαξε παραστάσεις, ο καημός για το χαμό της αγαπημένης και η εσωτερική οργή για την αδυναμία του καταλάγιασαν. Στο γυρισμό συνέβη η αλλαγή μέσα του. Τόλμησε και ομολόγησε:
«Είμαι ένα τίποτα. Επαγγελματικά, συναισθηματικά, στις σπουδές μου, είμαι στο μηδέν σε όλα τα επίπεδα, γιατί η συναισθηματική ανασφάλεια με οδηγεί διαρκώς σε λανθασμένες επιλογές που χαρακτηρίζονται όλες από φυγοπονία. Άλλοι συνομήλικοί μου προχωρούν, κατακτούν τα πεδία της μάχης ένα-ένα, ενώ εγώ κοντεύω πέντε χρόνια που τελείωσα το σχολείο και είμαι ακόμα στο μηδέν, και ακόμα πιο πίσω. Δεν πιστεύω καθόλου στον εαυτό μου. Έχω μηδενική αυτοπεποίθηση και ανύπαρκτη αυτοεκτίμηση. Δεν ξέρω καθόλου πώς να χειρίζομαι τους ανθρώπους, πώς να επιβιώνω, πώς να είμαι χαρούμενος. Είμαι σε πλήρη άγνοια, όπως όταν ήμουν νεογέννητο βρέφος.
«Αυτή είναι η πραγματικότητα, είναι μάταιο να απαιτώ από το βρέφος να είναι δυνατό. Δεν ξέρω τίποτα, έχω πλήρη άγνοια για τους κανόνες επιβίωσης των ενηλίκων. Κάνω συνέχεια μόνο λάθη. Λόγω άγνοιας δε φέρω καμία ευθύνη για τα λάθη μου. Ούτε όφειλα να ξέρω. Μέχρι χθες ήμουν για όλους ένα παιδί, ξαφνικά όλοι απαιτούν από μένα να ενηλικιωθώ, να γίνω δυνατός, υπεύθυνος. Δεν τη δέχομαι αυτήν την ευθύνη, είναι παράλογη. Είμαι στον πάτο, είμαι στο σημείο μηδέν της ύπαρξής μου. Ξεκινώ, λοιπόν, σήμερα, σαν να ήταν η πρώτη μέρα της ζωής μου, όπως ακριβώς όταν ήμουν βρέφος νεογέννητο, με επιθυμία να ζήσω, χωρίς όμως να έχω καμία γνώση για το πώς κατακτιέται η ευτυχία, χωρίς να φέρω καμία ευθύνη για τίποτα, χωρίς να σκέφτομαι ότι πρέπει οπωσδήποτε να πετύχω, χωρίς να φταίω για τα λάθη που θα κάνω. Είμαι αθώος, και για το παρελθόν μου και για το μέλλον μου!
«Όλα τα λάθη που έχω κάνει ως τώρα είναι όλη η περιουσία μου, είναι ο εαυτός μου. Δεν είναι κάτι για το οποίο θα πρέπει να θλίβομαι ή να εξοργίζομαι, είναι απλά ο εξοπλισμός της αύρας μου, είναι τα εργαλεία, η βάση που έχω για το μέλλον. Φέρω όλες τις εμπειρίες μου και όλα μου τα λάθη, τις αδυναμίες, τις ατέλειες πάνω μου, γύρω μου, μέσα μου, σαν συστατικά της αύρας μου. Μαζί με αυτά προχωρώ στον κόσμο, ζω μέσα σε αυτά, νιώθω τη θαλπωρή τους. Νιώθω τη θαλπωρή της παρουσίας του εαυτού μου, όσο ατελής και αν είναι. Είμαι ελεύθερος να είμαι ένα τίποτα, μου επιτρέπω να είμαι ένας αποτυχημένος, δεν οφείλω να είμαι ένας επιτυχημένος. Μου επιτρέπω να είμαι δυστυχισμένος, δεν οφείλω να είμαι ευτυχισμένος».
Θρυμματίστηκε τότε μέσα στο σώμα η σκληρή κρούστα των «πρέπει», κατρακύλησαν τα τρίμματα μέσα στο κορμί, πέρασαν μέσα απ’ την καρδιά και τη δόνησαν γλυκά. Μούδιασαν, διαλύθηκαν τα πόδια, γλυκιά διάλυση επήλθε σε όλο το κορμί. Και έμεινε μόνο ο πόνος για την απώλεια της αγαπημένης, επιτέλους μόνος, αμόλυντος από τη φασιστική απαίτηση να είμαι δυνατός, να μην πονώ. Ο ύπνος που ακολούθησε ίσως να ήταν ο πιο γλυκός που έχω κάνει ποτέ, αφού τη θλίψη για τη στέρηση της αγαπημένης τη γλύκαινε πλέον και την ξαλάφρωνε η απελευθέρωση από την αυστηρότητα του νου.
Έκτοτε παλινδρόμησα πολλές φορές. Κάθε φορά που έβλεπα πως ανακτώ τη δύναμή μου, άθελά μου ανακτούσα δυστυχώς και την απαίτηση να τη διατηρήσω και να την αυξήσω, με αποτέλεσμα στο πρώτο λάθος, στην πρώτη ένδειξη αδυναμίας, να εξοργίζομαι και να ξαναρχινώ τον ίδιο μάταιο εσωτερικό πόλεμο που είχα για λίγο καιρό εγκαταλείψει.
Αργά ή γρήγορα θυμόμουν και πάλι την αρχή της μη απαίτησης και τη γλυκιά εγκαρτέρηση που φέρνει η παραδοχή του γεγονότος ότι είμαι στο μηδέν και η αποδοχή της απόλυτης άγνοιάς μου. Κάθε φορά απορούσα γιατί ξανά την ξέχασα, αφού είχα αποφασίσει να εγκαταλείψω οριστικά τη φασιστική απαίτηση να είμαι δυνατός και τέλειος. Ενστερνιζόμουν πάλι την αποδοχή του εαυτού, μαλάκωνε έτσι ο καημός, ησύχαζα, και πάλι έβγαινα στον κόσμο για νέες κατακτήσεις.
Ο ίδιος κύκλος έχει επαναληφθεί αρκετές φορές. Η επανάληψη εκπαίδευσε το νου μου, με αποτέλεσμα η διάρκεια των κύκλων να έχει τώρα μειωθεί. Τώρα μπορεί ο νους πιο εύκολα να επιστρέφει στο κέντρο του εαυτού του, εγκαταλείποντας κάπου στην περιφέρεια το θυμό για τις αποτυχίες του και την απόγνωση για τα «χαμένα χρόνια»[1], που, όπως αποδείχθηκε, μόνο χαμένα δεν ήταν, αφού παρήγαγαν, με πρώτη ύλη τον πόνο και την απόγνωση, το τελικό προϊόν της γνώσης, πάνω στην οποία στηρίζεται η όποια σημερινή του ευελιξία.
Εγκαρτέρηση και ανοικτοσύνη
είμαι καλά ό,τι κι αν γίνει
ανοικτοσύνη και εγκαρτέρηση
αποδέχομαι τη στέρηση.
