Η  Πολιτεία της  Λευτεριάς
Ένα ταξίδι Αλήθειας στα άδυτα του νου
με προορισμό την εσωτερική Ελευθερία.

Γ4. Ο νους βιώνει την επάρκεια και την πληρότητα ενός Αγίου.

Πώς θα εκπαιδεύσει ο νους τον εαυτό του στις δύσκολες για τα δικά του δεδομένα αρετές της συμπόνιας, του ενδιαφέροντος, της διάκρισης, της ανιδιοτέλειας, της άμεσης εγρήγορσης και της ταπεινότητας, ώστε να μπορέσει να γευθεί την ύψιστη χαρά της συντροφικότητας; Γνωρίζει καλά ότι απέχει πολύ από το να έχει αυτές τις θετικές ιδιότητες κατακτημένες σε μόνιμη βάση.

Συγκεκριμένα, γνωρίζει την αδιαφορία του για όσα βάσανα περνούν τα αδέλφια του. Επίσης, θυμάται τον επιφανειακό και πολλές φορές χρησιμοθηρικό[1] τρόπο με τον οποίο τα αντιμετωπίζει, χωρίς να μπαίνει στον κόπο να υποψιαστεί τις βαθύτερες αγωνίες που κρύβουν τα προσωπεία τους. Άρα, συμπόνια, ενδιαφέρον και διάκριση δεν υφίστανται, και, προφανώς, ούτε άμεση εγρήγορση για ανταπόκριση στην εκάστοτε ανάγκη των αδελφών του.

Επίσης, δεν ξεχνά την τάση του να αυτοθαυμάζεται ναρκισσιστικά για τα εγκόσμια κατορθώματά του, άρα σίγουρα νιώθει τότε ανώτερος από τ’ αδέλφια του εκείνα που δεν έχουν στο ενεργητικό τους τα ίδια επιτεύγματα. Κατά συνέπεια, δεν υπάρχει ταπεινότητα στον τρόπο με τον οποίο σκέφτεται. Ούτε ανιδιοτέλεια υπάρχει, αφού ένα από τα κίνητρά του για όσα πράττει είναι να αποδεικνύει ότι αυτός αξίζει περισσότερο από τους άλλους, ώστε να διασκεδάσει έτσι για λίγο την αυτολύπηση που του έχουν προξενήσει οι μέχρι τώρα ήττες και αποτυχίες.

Σκέφτεται τώρα ότι, αν βρει έναν τρόπο να θυμίζει διαρκώς στον εαυτό του ότι ανεπάρκεια στην πραγματικότητα δεν υφίσταται και ότι έχει μέσα του προσβάσιμη και διαθέσιμη την επάρκεια ολόκληρου του σύμπαντος, τότε όλα αυτά τα εμπόδια που τώρα του στερούν τη χαρά της συντροφικότητας θα εκλείψουν, για διαφορετικό λόγο το καθένα. Συγκεκριμένα, όταν κάποιος βιώνει την απόλυτη επάρκεια:

  • Έχει συμπόνια και ενδιαφέρον: Δεν αδιαφορεί για τ’ αδέλφια του, αλλά τα συμπονά και ενδιαφέρεται για αυτά, επειδή τα προσωπικά προβλήματά του δεν του σκοτίζουν πλέον το μυαλό και άρα είναι σε θέση να ενδιαφέρεται για το καλό τους.
  • Έχει ανιδιοτέλεια: Δεν επιδιώκει να χρησιμοποιεί για ίδιο όφελος κανέναν, επειδή το αίσθημα της απόλυτης επάρκειας δεν του αφήνει κενά προς πλήρωση, και κατά συνέπεια εκλείπει ο λόγος για να χρησιμοποιεί τ’ αδέλφια του με ιδιοτέλεια.
  • Έχει διάκριση και εγρήγορση: Δεν μπορεί να βλέπει επιφανειακά το πρόβλημα του άλλου, αφού η επάρκεια που βιώνει έχει αφαιρέσει από το νου του όλες τις ανησυχίες για τα εγκόσμια ζητήματα και του έχει αφήσει ελεύθερο όλο του το χρόνο για να περνά σε άμεση εγρήγορση, να ενεργοποιεί τη διάκρισή του και να αφουγκράζεται πολύπλευρα τ’ αδέλφια του και να βρίσκει τι ακριβώς τα βασανίζει και τι πραγματικά έχουν ανάγκη να ακούσουν ή με οποιονδήποτε άλλο τρόπο να λάβουν από αυτόν.
  • Έχει ταπεινότητα: Δεν έχει καμία ανάγκη να νιώθει ανώτερος από κανέναν, επειδή νιώθει αφεαυτού επαρκής και αυτάρκης, άρα μπορεί να είναι ταπεινός, τόσο στον τρόπο που σκέφτεται όσο και στη συμπεριφορά του.

Ο νους θυμάται τώρα πόσο θετικά επηρεάζεται όποτε διαβάζει για τη ζωή, το έργο και τη διδασκαλία μεγάλων Αγίων και φωτεινών Δασκάλων. Αυτός σίγουρα θα πρέπει να είναι ένας καλός τρόπος για να μάθει να βιώνει το αίσθημα της επάρκειας και της πληρότητας, το οποίο, όπως κατάλαβε μόλις τώρα ο νους, είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να μπορέσει να βιώσει τα επιμέρους στοιχεία που συνθέτουν τη συντροφικότητα.

Βέβαια, είναι αλήθεια πως το διάβασμα τον βάζει σε ένα θετικό κλίμα, μα, όπως έχει διαπιστώσει, αυτό δεν είναι αρκετό, επειδή το διάβασμα από μόνο του δεν είναι ικανό να κάνει βαθιά και ουσιαστική χειρουργική επέμβαση στις αρχέγονες λειτουργικές δομές των κυττάρων του εγκεφάλου και να τους προκαλέσει αλλαγές μόνιμες και ανεξίτηλες από τις κάθε λογής εγκόσμιες επιδράσεις.

Αντιλαμβάνεται, λοιπόν, ο νους ότι, για να βιώσει την επάρκεια και το βαθύ αίσθημα πληρότητας που βιώνει ένας Άγιος, θα χρειαστεί να μπει νοερά μέσα στο σώμα Του, να εγκαταλείψει για λίγο το μικρό εγώ του και να ταυτιστεί με το μεγαλειώδη τρόπο με τον οποίο υπάρχει και ζει ο Άγιος μες στον κόσμο, ώστε να γευθεί στο δικό του σώμα την κρυστάλλινη καθαρότητα των κυττάρων του σώματός Του, να νιώσει το δικό Του αίσθημα Αγάπης και να ενστερνιστεί τις δικές Του θετικές σκέψεις για τον εαυτό Του και για τον κόσμο.

Φέρνει, λοιπόν, νοερά δίπλα μου έναν αγαπημένο του Άγιο[2]. Ο Άγιος κάθεται δίπλα μου εκ δεξιών με τα χέρια Του ακουμπισμένα απαλά επάνω στους μηρούς του. Ο νους τον παρατηρεί με προσοχή και ενδιαφέρον, επειδή θέλει πολύ να μάθει πώς ακριβώς ζει μέσα στον κόσμο, και μέσα στο σώμα Του, ένας Άγιος.

Τα μάτια του Αγίου είναι μισόκλειστα, το πρόσωπό Του ολόφωτο, αποπνέει βαθιά γαλήνη και ευτυχία. Τα χείλη Του χαμογελούν αμυδρά με ύφος που μαρτυρά ταυτόχρονα την εσωτερική ευδαιμονία που αδιάλειπτα βιώνει αλλά και τη συγκίνησή του για τις αγωνίες και τον πόνο των εγκόσμιων αδελφών Του. Ο νους έχει την αίσθηση ότι αυτός ο Άγιος, αν και κάθεται ακίνητος και με την πλάτη ολόρθη, σκύβει στοργικά και αιώνια πάνω από την ακατασίγαστη αγωνία όλων των αισθανόμενων όντων για ευτυχία.

Το σώμα μου είναι καθισμένο στην ίδια στάση με το σώμα του Αγίου, στα αριστερά Του. Τώρα ο νους γέρνει λίγο το κεφάλι μου προς το μέρος του Αγίου. Βλέπει το σώμα μου να εγκαταλείπει την καθιστή του θέση και να εισχωρεί – σαν άυλη ενέργεια που χύνεται – μέσα στο σώμα του Αγίου. Αρχικά το κεφάλι, στη συνέχεια ο λαιμός, ο κορμός και τα χέρια και, τέλος, η λεκάνη και τα πόδια. Τώρα ο νους έχει ταυτιστεί σωματικά με τον Άγιο και ήδη διαπιστώνει μέσα στο σώμα του την ολοκληρωτική εσωτερική ησυχία που ο Άγιος απολαμβάνει.

Μαγεμένος από την Ησυχία του Αγίου, ο νους παύει για λίγο κάθε συνειρμό του, για να την απολαύσει. Χαρά γι’ αυτόν πρωτόγνωρη η απόλυτη ακινησία, αφού έχει μάθει τόσα χρόνια να κινείται ασταμάτητα προς όλες τις εγκόσμιες κατευθύνσεις, είτε με το υπερκινητικό του σώμα είτε με τις ασταμάτητες και αεικίνητες σκέψεις του. Λίγα δευτερόλεπτα μόνο έχουν περάσει από τη στιγμή που εισχώρησε μέσα στον Άγιο και του φαίνονται σαν να ‘ταν ώρες. Σκέφτεται πως ο Άγιος ζει μέσα στην Ησυχία Του διαχρονικά, και όμως δε βαριέται. Η Ησυχία είναι η φύση Του. Ζει σε πλήρη αρμονία με τη φύση Του. Και του δικού μου νου είναι η Ησυχία η φύση του, αλλά αυτός έχει από μικρός εκπαιδευτεί να ζει σε διάσταση από την πραγματική του φύση.

Τώρα που γνώρισε την πραγματική του φύση χάρη στη νοερή ταύτισή του με το σώμα και το νου του Αγίου χαίρεται γι’ αυτήν, μα τον ξενίζει κιόλας, δεν ξέρει αν την αντέχει τόση Ησυχία. Σίγουρα δεν την αντέχει, λέει, για πολύ, μα δεν πειράζει, σημασία έχει πως τώρα ξέρει πού θα τη βρίσκει κάθε τόσο, όποτε θα νιώθει την ανάγκη να ξαποστάσει λίγο, και ίσως κάποτε θελήσει να κατοικήσει μόνιμα εκεί, μέσα στην Ησυχία του, όπως το κάνουν σε εξωτερικό επίπεδο κάποιοι αγαπημένοι συνταξιούχοι αδελφοί του, που, μόλις βγουν στη σύνταξη, εγκαταλείπουν την πόλη και γίνονται μόνιμοι κάτοικοι του εξοχικού τους, όπου φροντίζουν τον κήπο τους μέσα στην ησυχία που τόσο τους είχε λείψει επί δεκαετίες.

Ενώ συνεχίζει να βρίσκεται παραδομένος μέσα στην Ησυχία του Αγίου, ο νους παρατηρεί και θαυμάζει την εσωτερική τάξη και καθαρότητα των κυττάρων του εγκεφάλου Του και τις ευκρινείς ειρηνικές δονήσεις τους. Τα κύτταρά Του είναι ολοζώντανα και εντελώς ήρεμα συνάμα. Ο νους μέχρι τώρα είχε ταυτίσει τη ζωντάνια με την ένταση, τώρα όμως βλέπει ότι ισχύει το ακριβώς αντίθετο: η ολοκληρωτική ζωντάνια μπορεί να υπάρχει μόνο μέσα στην απόλυτη ηρεμία, ενώ, αντίθετα, η συνεχής υπερένταση προξενεί κόπωση και πρόωρη γήρανση.

Η καρδιά του Αγίου πάλλεται ρυθμικά και με ήρεμη δύναμη. Κάθε παλμός της και εκπομπή Αγάπης. Κάθε παλμός της και προσευχή για να ευτυχούν τα εγκόσμια αδέλφια Του. Και αυτήν την ευλογία δεν παύει ούτε στιγμή να την εκπορεύει και να τη διαχέει προς τον κόσμο, ούτε καν όταν κοιμάται.

Γιατί ο Άγιος στην πραγματικότητα δεν κοιμάται ποτέ, όπως αντιλαμβάνεται τώρα ο νους μου. Απλά κλείνει τα μάτια και περνά σε ένα διαφορετικό συνειδησιακό επίπεδο, για να ανανεώσει το νευρικό Του σύστημα, χωρίς να γίνεται όμως έρμαιο του ασυνειδήτου και δίχως να βλέπει αθέλητα και ανεξέλεγκτα όνειρα σαν αυτά που βλέπει ο δικός μου νους. Από αυτό το υψηλό επίπεδο συνείδησης ο Άγιος συνεχίζει να ξεχειλίζει από θεϊκή Χαρά και Αγάπη και να τη διαχέει προς όλα τα πονεμένα αδέλφια Του, που δεν το έχουν ακόμα αντιληφθεί ότι αδίκως είναι τόσο βουτηγμένα στις εγκόσμιες αγωνίες τους.

Ο νους, που συνεχίζει να είναι σωματικά και ψυχικά απόλυτα ταυτισμένος με τον Άγιο και τις ιδιότητές Του και να βιώνει μέσα του αυτούσια, σε όλο τους το μεγαλείο, τα δικά Του βιώματα, έχει μείνει εκστατικός και απορημένος με την εικοσιτετράωρη αφοσίωση του Αγίου στην υπηρεσία των αδελφών Του. «Καλά, και πότε προλαβαίνει να υπηρετήσει και τις ατομικές Του ανάγκες;», γεννιέται μες στο νου μου το εύλογο ερώτημα. «Μα τι λέω; Ο Άγιος δεν έχει ατομικές ανάγκες. Ακόμα και αν έχει, δεν Τον αφορούν». «Και η καταξίωση; Δεν Τον ενδιαφέρει;» «Προφανώς όχι. Ούτε τον νοιάζει αν θα ακούσει ‘ευχαριστώ’ για την προσφορά του ούτε αν θα εισπράξει συγχαρητήρια ή το θαυμασμό κανενός».

«Και τότε, πώς χαίρεται; Τι είναι αυτό που Τον κάνει να είναι τόσο χαρούμενος;» «Είναι η καρδιά Του, που πάλλεται στο ρυθμό της Αγάπης και της αδιάλειπτης προσευχής για την ευτυχία όλων των αδελφών Του. Η καρδιά Του είναι ολόκληρη μόνο Αγάπη, είναι μια σφαίρα από Αγάπη συμπυκνωμένη με υλική υπόσταση, που ζεσταίνει και φωτίζει διαρκώς το θώρακά Του. Αυτή είναι που Του δίνει το ολοκληρωτικό αίσθημα επάρκειας, πληρότητας και αφθονίας που Τον χαρακτηρίζει».

Ο νους παύει για λίγο το συλλογισμό του και αφουγκράζεται αυτήν την πρωτόγνωρη γι’ αυτόν πραγματικότητα, για να τη χωνέψουν, όσο μπορούν, τα κύτταρα του σώματός μου και να την αφομοιώσουν.

«Αφού Τον βλέπω, ξεχειλίζει από ενέργεια και Αγάπη ο άνθρωπος! Μα τι λέω; Η λέξη ‘άνθρωπος’ Τον υποβαθμίζει. Δεν είναι άνθρωπος, τουλάχιστον όχι με την κοινή έννοια που έχουμε μάθει να δίνουμε σε αυτή τη λέξη. Είναι ένας Άγιος, που απλά έχει ανθρώπινο σώμα, όμως τίποτα στον τρόπο που σκέφτεται και που αισθάνεται για τον κόσμο δε θυμίζει τις γνώριμες συνήθειες και ανησυχίες των ανθρώπων, αφού μπορεί και είναι για πάντα ευτυχισμένος χωρίς να έχει τίποτα δικό Του, ούτε καν μία γυναίκα να του χαϊδεύει κάπου κάπου τα μαλλιά. Τι να την κάνει τη γυναίκα; Αφού έχει μέσα Του όλη τη ζεστασιά και γλυκύτητα του κόσμου, σίγουρα δεν Του λείπει η ζεστή γλυκιά γυναικεία αγκαλιά. Μέσα Του είναι αρσενικός και θηλυκός ταυτόχρονα, και ας έχει ανδρικό σώμα. Αυτό σημαίνει επάρκεια, αυτάρκεια. Η γυναίκα και καθετί το εγκόσμιο είναι γι’ Αυτόν χρήσιμα μόνο για να τους διοχετεύει τη δόνηση, τον παλμό και την Αγάπη που ξεχειλίζουν μέσα από την καρδιά Του και από όλα τα κύτταρα του σώματός Του και για τίποτα άλλο το ιδιοτελές[3]».

Καθώς έχει γίνει ένα με το σώμα, το νου και την καρδιά του Αγίου, ο νους έχει πιστέψει προς στιγμή για δικές του αυτές τις ιδιότητές Του. Βιώνει ο ίδιος την απόλυτη επάρκεια, την Ησυχία, το ξεχείλισμα της Αγάπης μέσα από την καρδιά του και την ειρηνική αφοσίωση στο έργο της υπηρεσίας των αδελφών του.

Νιώθει την ευδαιμονία που γεννά το ξεχείλισμα της Αγάπης μέσα από την ύπαρξή του, αισθάνεται την καρδιά του να πάλλεται δυνατά και ρυθμικά και το αίμα του να ρέει σαν ποταμός καθαρτικής φωτιάς μέσα στις αρτηρίες και τις φλέβες του. Τα δάχτυλά του έχουν τόση ενέργεια που τα νιώθει σαν να βγάζουν σπίθες.

Στο λαιμό αισθάνεται την πικρόγλυκη γεύση της συμπόνιας· ο αναίτιος και παράλογος πόνος όλης της ανθρωπότητας είναι σαν να περνά μέσα από τα κύτταρά του, όπου φιλτράρεται, καταλαγιάζει και θεραπεύεται. Τα κέντρα του εγκεφάλου του, ολόφωτα, σε διαρκή και απρόσκοπτη σύνδεση με το Θείο, γεννούν μέσα του μια μέθη όχι ανθρώπινη, όχι μια μέθη λήθης και παραζάλης όπως αυτή που προκαλεί το αλκοόλ, μα μία μέθη θεϊκή, γεμάτη εγρήγορση, συγκίνηση, νοητική διαύγεια, διάκριση και αφοσίωση στα πονεμένα του αδέλφια τα αδικοχαμένα μέσα στην επώδυνη πλάνη του νου τους.

Όλα αυτά τα ταυτόχρονα βιώματά του συνθέτουν το πληθωρικό αίσθημα της πληρότητας για την οποία ο νους είχε ακούσει από παλιά το Δάσκαλό του να μιλά. Τώρα αρχίζει επιτέλους να καταλαβαίνει για ποιο λόγο οι φωτισμένοι δάσκαλοι όλων των εποχών λάμπουν από ευτυχία. Και σίγουρα δεν είναι ακόμα σε θέση να γευθεί παρά μόνο ένα πολύ μικρό μέρος της δικής τους ευτυχίας, αφού τα βιώματα αυτά είναι γι’ αυτόν εντελώς καινούργια και δεν έχουν ακόμα «κάτσει» μέσα του, να γίνουν μέρος αναπόσπαστο της καθημερινότητάς του, ώστε να έχει το χρόνο να τα γνωρίσει αβίαστα σε όλο τους το βάθος και το εύρος.

Το βέβαιο, πάντως, είναι ότι ο νους δημιούργησε σήμερα με αυτήν την άσκηση ένα πολύ ισχυρό πρότυπο μέσα του. Ξέρει πως δεν είναι σε θέση ακόμα να διατηρήσει για πολλή ώρα την ταύτισή του με το ενεργειακό πεδίο του Αγίου, επειδή γνωρίζει πόσο επιρρεπής είναι σε σκέψεις που αφορούν εγκόσμια ατομικά του θέματα. Επιπλέον, δεν το αντέχει για πολύ, τον υπερφορτίζει, το σώμα του μετά από λίγο αρχίζει να αντιδρά. Υπόσχεται, όμως, στον εαυτό του πως θα επανέρχεται συχνά μέσα στο σώμα του Αγίου του, μέχρις ότου εναρμονιστεί η φύση του απόλυτα με τη δική Του φύση, επειδή τώρα γνωρίζει ότι αυτό και μόνο αυτό θέλει να πετύχει στη ζωή του. Όλα τα άλλα «θέλω» του, χωρίς καμία εξαίρεση, αν και είναι νόμιμα και αθώα, δεν παύουν να είναι παρά μικρά κακέκτυπα αυτού του ενός μεγάλου «θέλω», παραμορφωμένα και διαστρεβλωμένα από την ταύτιση του νου με τις πλανεμένες ιδέες του.



[1] Συγκεκριμένα, μία μέρα, ενώ έτρωγε μία σαλάτα γαρνιρισμένη με ηλιόσπορο, παρατήρησε πώς διαχώριζε τους σπόρους από τα κουκούτσια που είχαν κατά λάθος πέσει μέσα στη σαλάτα καθώς έστυβε πάνω της το λεμόνι. «Μάλιστα», σκέφτηκε, «αυτό κάνω και με τους ανθρώπους, τους διαχωρίζω σε σπόρους και κουκούτσια, δηλαδή σε χρήσιμους και άχρηστους για τις προσωπικές μου επιδιώξεις. Τους μεν τους ‘τρώω’, τους δε τους ‘πετάω’. Αν και στη βαθύτερη ουσία τους είναι όλοι σπόροι γόνιμοι, ικανοί από τη φύση τους να γίνουν δέντρα με κλαδιά, φύλλα, άνθη και καρπούς και να προσφέρουν το οξυγόνο τους και τον ανακουφιστικό ίσκιο της συμπόνιας σε κάθε αδελφή ψυχή, εντούτοις εγώ, αντί να τους ποτίζω με κατανόηση και αγάπη για να τους βοηθώ να αναπτυχθούν, βλέπω μόνο το πρόσκαιρο τωρινό τους προσωπείο και τους κρίνω από το πόσο σκληρό είναι αυτή τη στιγμή το κέλυφός τους και κατά πόσο είναι βρώσιμο και εύπεπτο το εγώ τους για το δικό μου το στομάχι και ανάλογα τους αποδέχομαι ή τους απορρίπτω».

[2] Ο νους επιλέγει αυθόρμητα τον Άγιο Δάσκαλό μου, όχι επειδή τον θεωρεί ανώτερο από άλλους αγίους, αλλά επειδή του είναι πιο οικείος και μπορεί πιο εύκολα να νιώσει όπως ένιωθε εκείνος, αφού τον έζησε στην καθημερινότητά του επί χρόνια και τον έβλεπε πώς κοίταζε, πώς μίλαγε, πώς λάτρευε τους ανθρώπους, πώς πίστευε στην κρυμμένη Οντότητά τους και με τι αφοσίωση ήταν ολοκληρωτικά ταγμένος στο ιερό έργο της ανάδυσής της, με μοναδικό του κίνητρο τη συμπόνια και την πηγαία θέληση να τους δει ελεύθερους να ευτυχούν και να ευημερούν στη ζωή τους.

[3] Αν ήμουνα γυναίκα, θα είχα επιζητήσει την ταύτισή μου με μία Αγία ή με την Παναγία και θα είχα καταλήξει στο ίδιο ακριβώς συμπέρασμα, ότι δηλαδή ο άνδρας και καθετί το εγκόσμιο είναι για Αυτήν χρήσιμα μόνο για να τους διοχετεύει τη δόνηση, τον παλμό και την Αγάπη που ξεχειλίζουν από μέσα Της και για τίποτα άλλο το ιδιοτελές.

Μοιράσου το στα social media