Η Πολιτεία της Λευτεριάς
Ένα ταξίδι Αλήθειας στα άδυτα του νου
με προορισμό την εσωτερική Ελευθερία.
Β17. Ο νους παραιτείται από τις απαιτήσεις του.
Λίγες μέρες αργότερα…
Η εσωτερική διεργασία της εγκατάλειψης των προσδοκιών απέφερε αυτές τις μέρες και ένα άλλο πολύ σημαντικό όφελος, όπως διαπίστωσε ο νους: παραιτήθηκε από τις φορτικές απαιτήσεις τις οποίες είχε μάθει να προβάλλει προς τον εαυτό του και προς τα αδέλφια του. Με άλλα λόγια, έπαψε να είναι φορτικά απαιτητικός, έπαψε να συμπεριφέρεται σαν κακομαθημένο παιδί. Η απαιτητικότητά του έδωσε τη θέση της στην εγκαρτέρηση.
Βαθιά εγκαρτέρηση, όχι απλή υπομονή. Ακόμα και η έννοια της υπομονής αποτελεί πια παρελθόν, γιατί, όταν οι προσδοκίες έχουν εγκαταλειφθεί, ο νους δεν περιμένει πια τίποτα, άρα δε χρειάζεται να κάνει υπομονή για τίποτα. Τις τελευταίες μέρες, κάθε φορά που μια νέα προσδοκία αναδυόταν από τις παλιές εγγραφές και έβγαινε στην επιφάνεια, ο νους ευγενικά της εξηγούσε ότι ο νέος εσωτερικός κανονισμός προβλέπει να την εγκαταλείψει και στη συνέχεια την τοποθετούσε απαλά έξω από το χώρο του, μέσα στο νοητό καλάθι της ματαιότητας[1].
Μη έχοντας πλέον τις προσδοκίες να του γεμίζουν με περιττή φασαρία το χρόνο και το χώρο του, ο νους, για να γεμίσει το κενό που δημιουργήθηκε, καλλιέργησε μέσα του το αίσθημα της εγκαρτέρησης, δηλαδή την πεποίθηση ότι κάποια στιγμή – ίσως όχι σε αυτή τη ζωή – θα φωτιστεί από την ευδαιμονία της απόλυτης ελευθερίας και ότι ως τότε δεν έχει παρά να εργάζεται αδιαμαρτύρητα και σε κλίμα πνευματικής γαλήνης στο έργο της συνειδητής εγκατάλειψης όλων των προσδοκιών του, όσες φορές και αν επανεμφανίζονται, χωρίς προσδοκία για την τελική λύτρωση.
Σε αυτή τη φάση ο νους μού θυμίζει το βουνίσιο βοσκό, που επί χρόνια ολημερίς πάει τα πρόβατά του για βοσκή, χωρίς να προσδοκά να γίνει κάποια αλλαγή στη ζωή του, ικανοποιημένος από την ησυχία του βουνού. Οι προσδοκίες μου είναι σαν τα πρόβατα, που ξεχνιούνται κάπου-κάπου και «προβαίνουν» μπροστά από το κοπάδι, οπότε ο βοσκός τούς κάνει σήμα να επανέλθουν μέσα στο κοπάδι και να μην αυθαιρετούν. Το κοπάδι συμβολίζει εδώ το νοητό καλάθι της ματαιότητας, μέσα στο οποίο επανατοποθετώ κάθε προσδοκία που προς στιγμή καταλαμβάνει το νου μου, δηλαδή «προβαίνει» και έρχεται στο προσκήνιο, επιδιώκοντας να οδηγήσει το νου εκεί όπου αυτή θέλει.
Όταν, λοιπόν, ακόμα και η υπομονή έχει καταστεί άχρηστη χάρη στην εγκαρτέρηση, πόσο μάλλον η απαίτηση, που βρίσκεται αρκετά πιο πίσω στα βήματα της πνευματικής εξέλιξης. Το ρήμα «απαιτώ» προκύπτει από το «από» και το «αιτώ» (ή «αιτούμαι»), δηλαδή η απαίτηση είναι μια κατάσταση που προέρχεται από το γεγονός της αίτησης. Με άλλα λόγια, απαιτεί όποιος αιτείται, δηλαδή όποιος ζητά, προσδοκά. Όποιος έχει προβάλει ένα αίτημα, αν είναι και λίγο κακομαθημένος, είναι φυσικό να απαιτεί να ικανοποιηθεί το αίτημά του, ει δυνατόν εδώ και τώρα. Έτσι, ο νους, έχοντας εγκαταλείψει τις προσδοκίες του, έχει αυτόματα παραιτηθεί και από τις απαιτήσεις του.
Ο νους μου ήταν πάντα πολύ απαιτητικός, και από τον εαυτό του και από τους άλλους. Η απαιτητικότητά του, όποτε βρισκόταν σε έξαρση, γέμιζε πάντα την ατμόσφαιρα με ένταση και η χαρά εξανεμιζόταν από μέσα μου και από τ’ αδέλφια μου που είχαν την ατυχία να βρίσκονται κοντά μου. Συνήθως χρειάζονταν αρκετές ώρες ταλαιπωρίας, επιχειρηματολογίας και άλλων βλαβερών ενασχολήσεων, μέχρι να ξεθυμάνει το πείσμα και να απορήσει για μια φορά ακόμα ο θερμοκέφαλος νους πώς έπεσε ξανά στην απλοϊκή παγίδα που του είχε στήσει η απαιτητικότητά του.
Το δυσάρεστο αίσθημα έντασης που φέρνουν στο νου αυτές οι αναμνήσεις απέχει πάρα πολύ από τη γαλήνη που βιώνει τις τελευταίες μέρες χάρη στο νέο εσωτερικό κανονισμό της εγκατάλειψης των προσδοκιών και της τοποθέτησής τους μέσα στο νοητό καλάθι της ματαιότητας. Χαίρεται πολύ γι’ αυτήν την αλλαγή, γιατί το ανεξέλεγκτο πείσμα του τον είχε ταλαιπωρήσει πολύ στη ζωή του, και τον ίδιο και τα κοντινά του πρόσωπα.
[1] Όμορφη και πολύ βοηθητική σύλληψη της σοφής αδελφής γερόντισσας Γαβριηλίας Παπαγιάννη (1897-1992), την οποία ενστερνίστηκε ο νους μου, όταν διάβασα το βιβλίο που έχει γραφτεί για τη ζωή, το έργο και τις διδαχές της.
