Η Πολιτεία της Λευτεριάς
Ένα ταξίδι Αλήθειας στα άδυτα του νου
με προορισμό την εσωτερική Ελευθερία.
Γ12. Ο νους συμπονά και ευγνωμονεί τον άδικο κλέφτη.
Θυμάται τώρα ο νους αρσενικά αδέλφια που τον έχουν αδικήσει στο παρελθόν. Θυμάται το θυμό του γι’ αυτά. Ταυτόχρονα νιώθει και συμπόνια, γιατί τώρα πια γνωρίζει τις αγωνίες τους. Έτσι, ο παλιός θυμός εξανεμίζεται, διαλύεται και χάνεται μέσα στη συμπόνια.
Επιπλέον, υπάρχει μια αντικειμενική πραγματικότητα: αν δεν είχαν υπάρξει εκείνα τα αδέλφια, δε θα είχε πονέσει, δε θα είχε έρθει σε απόγνωση και δε θα είχε αναγκαστεί να σκύψει με στοργή και επαγγελματική ευσυνειδησία μέσα του για να αυτοθεραπευθεί. Εκείνα τα «άπονα» αδέλφια ούτε λίγο ούτε πολύ ήτανε για το νου μου από τις κυριότερες αφορμές που τον οδήγησαν στην απόφαση για την ανέγερση της Πολιτείας της Λευτεριάς και τον εξώθησαν στην όσο το δυνατό συντομότερη υλοποίηση αυτής της απόφασης. Το μόνο που μπορεί να αισθάνεται γι’ αυτά, λοιπόν, είναι ευγνωμοσύνη και εγκάρδια ευχή να είναι πάντα καλά και να ευτυχούν.
Όσο για το χρηματικό ποσό ή το όποιο άλλο τίμημα της αδικίας, ο νους εγκαταλείπει το μίζερο συναίσθημα του αδικημένου και εμπιστεύεται το θέλημα του Δημιουργού του, που, όπως του στέρησε όσα του στέρησε, έτσι και του προσφέρει και όσα πραγματικά χρειάζεται, τα οποία τελικά φαίνεται πως δεν έχουν καμία σχέση με εκείνα που ο νους θα ήθελε να μην είχε στερηθεί. Άρα, οι αδικίες τις οποίες υπέστη αφορούσαν πράγματα στην ουσία άχρηστα και ασήμαντα, εφήμερα, όπως χρηματικά ποσά, προσβολές του εγωισμού του και άλλα τέτοια, που καμία σχέση δεν έχουν με τον πραγματικό του στόχο που είναι η εσωτερική ελευθερία.
Με αυτές τις σκέψεις εμπεδώνονται ακόμα περισσότερο η ευγνωμοσύνη και η συμπόνια για τα αδέλφια που στο παρελθόν τον είχαν αδικήσει, καθώς το συναίσθημα της αδικίας ούτε καν ευσταθεί πλέον λογικά, αφού δεν υποστηρίζεται και δεν τρέφεται πια από καμία παγιωμένη πεποίθηση του νου όπως συνέβαινε παλιά.
