Η Πολιτεία της Λευτεριάς
Ένα ταξίδι Αλήθειας στα άδυτα του νου
με προορισμό την εσωτερική Ελευθερία.
Α18. Ο νους κατανοεί την ιστορία του πόνου μου.
Μετά απ’ αυτές τις χρήσιμες διαπιστώσεις αφήνω το νου να ανατρέξει στο πονεμένο παρελθόν, να θυμηθεί συγκεκριμένα βήματα που τον οδήγησαν στις σημερινές του αγωνίες. Θυμάται ο νους τον πόνο της απόρριψης από συμμαθητές, ατέλειωτες ώρες μοναξιάς και αυτολύπησης, έρωτες ανομολόγητους από φόβο για το «όχι» της γυναίκας, στοίβες σκεπτομορφών[1] αυτομομφής για τη μεγάλη μου ατολμία, που μου πλάκωναν το στήθος κι έπνιγαν το λαιμό, τότε που «άργειε νάλθει της ομολογίας η μέρα και ήταν όλα σιωπηλά, γιατί τα ‘σκιαζε των σκέψεων η φοβέρα και τα πλάκωνε του νου μου η σκλαβιά[2]».
Θυμάται ο νους και τις φυγές σε αδιέξοδες διεξόδους, με μόνη μάταιη προσδοκία τη λήθη, την άμεση ματαίωση του πόνου του δυσβάσταχτου που είχε ξεχειλίσει. Χιλιάδες απογεύματα αποχαύνωσης, ζάπινγκ και τηλεθέασης, ζωντανός θάνατος μέσα στα θεωρητικά καλύτερα νεανικά μου χρόνια, μέσα στο σαλόνι του πόνου των περασμένων γενεών. Οι τοίχοι γύρω μου ξερνούσαν πόνο και δηλητήριο τεσσάρων γενεών που διαπότιζε το ανυποψίαστο και ανήμπορο κατάκοιτο στον καναπέ κορμί μου, κι ο αδαής ο νους ενόμιζε ο αφελής πως είν’ δικός του όλος αυτός ο πόνος και τον πίστευε, δεν τον αμφισβητούσε.
Ο απόλυτος εγκλωβισμός στον άυλο φανταστικό κόσμο του νου. Η εξώπορτα, η πύλη για την κατάκτηση του ποθημένου κόσμου, ήτανε ξεκλείδωτη, μα οι πεποιθήσεις μου τη νόμιζαν κλειδωμένη. Δυο χιλιόμετρα πιο πέρα ο Δάσκαλός μου ο σοφός δίδασκε τους μαθητές του πώς να ελευθερωθούν. Είχα πάει κι εγώ από απόγνωση και είχα ακούσει, μα δε μου είχε προσφέρει το quick fix[3] που αναζητούσα.
Ο δρόμος που μου πρότεινε μου φαινότανε βουνό δύσβατο και απρόσιτο, από τα πρώτα κιόλας βήματα πάντα τον παρατούσα. Προτιμούσα τα γνώριμα και οικεία quick fix, και ας είχαν παταγωδώς αποτύχει όλες οι προηγούμενες δοκιμές. Κάτι έπρεπε να τον κάνω τον εαυτό μου, δεν άντεχα την ησυχία, ήθελα ένταση, συγκίνηση, ζωή, έστω και φρούδα. Και μόνο μια νέα κρίση απόγνωσης με έστελνε ξανά κοντά στο Δάσκαλό μου, ευφραινόμουν αρχικά, δοκίμαζα, σκόνταφτα στις παλιές συνήθειες, πελάγωνα και σύντομα απογοητευόμουν, εγκατέλειπα ξανά και ούτω καθεξής.
Οι έρωτες ανέκαθεν ήτανε για το νου η πιο μεγάλη πλάνη. Νόμιζε κάθε φορά που ερωτευόταν πως βρήκε μέσα σε μια όμορφη και γλυκιά γυναίκα το νόημα της ζωής, ηθελημένα πίστευε το παράλογο και εθελοτυφλούσε. Ξέχναγε έτσι μεμιάς όλη του τη θλίψη, δινότανε ολόκληρος στο νέο του quick fix και το απομυζούσε, μέχρι που είτε το βαριότανε και το εγκατέλειπε, είτε προλάβαινε η έντρομη κοπέλα, μη αντέχοντας άλλο το ρόλο της σωτήρος, να λακίσει. «Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος»[4], μου είπε μια φορά ο Δάσκαλός μου, όταν δακρύβρεχτο με έστειλε ο νους σε κείνον για παρηγοριά μετά τον πρώτο μου μεγάλο χωρισμό από μακροχρόνια σχέση.
Οι σοφοί δάσκαλοι, όμως, δεν προσφέρουν τέτοια quick fix όπως η άστοχη παρηγοριά, όσο κι αν συμπονούν τους μαθητές τους, γιατί προσβλέπουν στην ανάδυση του μεγάλου αυτοδύναμου εαυτού και αυτή μόνο υπηρετούν και ενθαρρύνουν. Τώρα τον ευχαριστώ, και ας με απογοήτευσε τότε η άβολη και φαινομενικά άπονη απάντησή του.
Αυτές κι άλλες πολλές αιτίες πόνου έχει καταγράψει ο νους μέσα στα χρόνια, θησαυροί χειρόγραφοι προς επεξεργασία, κεφάλαιο ανεκτίμητο, ελπίδα αναφαίρετη για μια ζωή γεμάτη γνώση, γαλήνη, δύναμη και δράση.
[1] Η σκεπτομορφή είναι μια σκέψη που παίρνει συγκεκριμένη μορφή, επηρεάζει δηλαδή και διαφοροποιεί το φυσικό κόσμο, καθώς με εμμονή και ένταση εστιάζεται σε ένα συγκεκριμένο θέμα, αποκτώντας έτσι ιδιαίτερη δύναμη επιρροής, με θετικές ή αρνητικές συνέπειες και για τον πομπό και για τον δέκτη, ανάλογα αν είναι θετική ή αρνητική. Στην πραγματικότητα, κάθε συγκεκριμένη σκέψη που αφορά ένα συγκεκριμένο θέμα έχει δύναμη επιρροής πάνω στο φυσικό κόσμο, άρα είναι μία σκεπτομορφή.
[2] Διασκευή του «άργειε νάλθει εκείνη η μέρα και ήταν όλα σιωπηλά, γιατί τα ‘σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά» από τον Ύμνο εις την Ελευθερίαν (Εθνικό Ύμνο) του Διονυσίου Σολωμού. Εκείνος αναφερόταν στον τούρκικο ζυγό, που στερούσε από τον ελληνικό λαό την πολιτική ελευθερία, ενώ ο νους μου υπέφερε από το ζυγό του ίδιου του εαυτού του, που του στερούσε την εσωτερική ελευθερία. Η πολιτική ελευθερία προϋπέθετε τη λαϊκή ομολογία των κοινών παθών, που επρόκειτο να οδηγήσει στο σύνθημα «Ελευθερία ή Θάνατος», ενώ η εσωτερική ελευθερία ήταν εφικτή μέσα από την εσωτερική ομολογία των παθών του νου, που τελικά τον οδήγησε στο σύνθημα «Εσωτερική Ελευθερία ή Εσωτερικός Θάνατος».
[3] Η «γρήγορη επισκευή», η βιαστική διέξοδος από την ψυχική ένταση που έχει μάθει να ζητάει πάντα ο νους, προκειμένου να μην υποχρεωθεί να εστιαστεί, να κοπιάσει, να ομολογήσει, να πονέσει όσο χρειαστεί για την κατάκτηση της λύσης.
[4] Συγκεκριμένα, πριν μου πει οτιδήποτε άλλο, μου είπε: «Ζήτησέ μου ένα εκατομμύριο». Σάστισα. Αφενός δε θα ζητούσα ποτέ χρήματα από το Δάσκαλό μου, που μου ’δινε δωρεάν τόση αγάπη και γνώση, και αφετέρου ήξερα πως ο Δάσκαλος δεν είχε δικά του χρήματα ούτε άλλα περιουσιακά στοιχεία. Τέλος πάντων, του ζήτησα ένα εκατομμύριο, για να δω τι θα μου απαντούσε. Και αυτός, φυσικά, απάντησε το αυτονόητο: «Δεν έχω». Και συμπλήρωσε: «Ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος». Με αυτό το απλό παράδειγμα μου εξήγησε ότι είναι μάταιο να προσδοκώ από τη γυναίκα να μου χαρίσει τη λύτρωση από κάθε εγκόσμια θλίψη, αφού αυτό είναι κάτι που μόνο εγώ μπορώ να το προσφέρω στον εαυτό μου, με μακροχρόνια και συστηματική εσωτερική εργασία.
