Α26. Ο νους αναβιώνει συνειδητά τον παλιό μου πόνο.

Λίγες μέρες αργότερα…

Πριν λίγες μέρες ο νους κατανόησε την ιστορία του πόνου μου και κατάλαβε πως είναι αθώος λόγω άγνοιας για τις λάθος επιλογές του που μου προκάλεσαν και ακόμα μου προκαλούνε πόνο. Έτσι, ένιωσε ελεύθερος από το βάρος της συνείδησής του.

Τώρα θα επιχειρήσει το μεγάλο μακροβούτι. Δεν θα είναι πια παρατηρητής του πόνου απόμακρος και ανέπαφος. Θα ταυτιστεί για λίγο με τον παρελθοντικό πονεμένο εαυτό του, για να αναβιώσει όλη την αδικία, την πίκρα, την απόρριψη, την οργή, τα μίση, την κατάθλιψη, τη μοναξιά, τη ζήλια και το φθόνο, το φόβο για το μέλλον και το θάνατο, την απόγνωση και την απελπισία για τα δεινά του παρελθόντος. Συναισθήματα τραγικά και αδιέξοδα, που από τότε που τα πρωτοένιωσε τρέμει μην τα ξανανιώσει, και από το φόβο του τα νιώθει κάθε μέρα, κάθε ώρα, κάθε στιγμή.

Και κάθε πράξη του και κάθε επιλογή του, ακόμα και στις πιο χαρούμενες στιγμές του, χρωματίζεται από αυτόν το φόβο, γιατί έχει σαν μόνο κίνητρο την εξασφάλιση ότι θα αποφευχθεί η επανάληψη εκείνου του παλιού του πόνου του δυσβάσταχτου, αντί να έχει το υγιές κίνητρο της δημιουργικής χαράς, της συμμετοχής στην αφθονία της ζωής και της συντροφικής πορείας με τ’ αδέλφια του.

Θα γνωρίσει τώρα, λοιπόν, ο νους μου αυτόν τον πόνο, θα μπει μέσα του να τον ξαναβιώσει, να τον αφήσει και πάλι να ποτίσει όπως και τότε όλα τα κύτταρά μου και να με κατακλύσει ολοκληρωτικά, συνειδητά αυτή τη φορά, ηθελημένα, για να πεισθεί πως τώρα πια είναι κυρίαρχος του πόνου και βαθύς του γνώστης. Θ’ αφήσει το στήθος μου να κλάψει και πάλι γοερά, αν χρειαστεί, για τον πόνο των χωρισμών και των πάσης φύσεως απορρίψεων, για να τα ζήσει όλα αυτά ξανά σε όλη τους την ένταση, αυτή τη φορά ηθελημένα. Είναι ένας προληπτικός αυτοεμβολιασμός του νου αυτός, εγγύηση πως στο μέλλον σε παρόμοιες δύσκολες περιστάσεις τα αντισώματα του πόνου δε θα επιτρέπουν στην τραγωδία να τον κατακλύζει.

Και σώζοντας τον εαυτό του από το φόβο για τον πόνο, άθελά του θα λυτρώσει και τους γονείς μου και τ’ αδέλφια προγόνους ολόκληρου του γενεαλογικού μου δέντρου, που φρόντισαν με περίσσια επιμέλεια όσο ζούσαν, από πατέρα σε γιο και από παππού σε εγγονό, με σκυταλοδρομία ακατάσταλτη, να σπείρουν μες στο νου μου υποχρεωτική κληρονομιά όλες τους τις αγωνίες με κάθε λεπτομέρεια και προσδοκούν τώρα απ’ αυτόν όλοι μαζί να φτάσει αντ’ αυτών στη λύτρωση που εκείνοι δεν μπόρεσαν, δεν ήξεραν, δε θέλησαν να φτάσουν.

Λίγες μέρες αργότερα…

Πέρασαν λίγες ακόμα μέρες αποχής από τα έργα ανέγερσης της Πολιτείας της Λευτεριάς, που απόψε ξαναρχίζουν. Γιατί ο νους αποφεύγει το δύσκολο αυτό βήμα. Χθες και σήμερα, όμως, δύο δρώμενα του θύμισαν δύο παλιές αιτίες μεγάλου πόνου που τον βασάνισαν για πολλά χρόνια. Η πρώτη είναι η ζήλια για άντρες αδελφούς που έχουν ωραίο στήσιμο και γι’ αυτό μεγάλη πέραση στο γυναικείο φύλο. Η δεύτερη είναι η απόρριψη που έχω νιώσει από αδελφούς συμμαθητές που δε με παίζαν στο σχολείο.

Και στις δύο περιπτώσεις έχω νιώσει πολύ μόνος, ανήμπορος, αβοήθητος, μπροστά σε έναν ακατανίκητο εχθρό. Οργή και απόγνωση με καταλάμβανε για την αδικία που γινότανε σε βάρος μου, και ακόμα πιο μεγάλη απελπισία, καθώς έβλεπα πως δεν είχα ελπίδα να γίνω σαν κι αυτούς που ζήλευα, ούτε να αλλάξω τόσο ώστε να γίνω αρεστός σε κείνους που δεν ήθελαν να παίξουνε μαζί μου. Γιατί καταλάβαινα πως δεν είχα το κουράγιο να αλλάξω τόσο πολύ, ούτε πίστευα πως θα τα κατάφερνα, ούτε ήθελα να ζοριστώ τόσο πολύ μόνο και μόνο για να προσαρμοστώ σε κάποια πρότυπα που κάποια αδέλφια, θηλυκά και σερνικά, έθεταν σαν προϋποθέσεις για να με αποδεχτούν και να με εγκρίνουν.

Σήμερα ο νους μου μπήκε αρκετές φορές στο παλιό μονοπάτι το αδιέξοδο και ένιωσε την ίδια στεναχώρια με δυο αφορμές ασήμαντες, που του ξύπνησαν τον παλιό του πόνο. Μα τώρα είχε εγγυημένα αντίδοτα την ομολογία και την αθώωση και δε φοβήθηκε ν’ αφήσει όλο τον πόνο της ζήλιας και της απόρριψης να περάσει μέσα απ’ το κορμί μου. Στα κύτταρά μου έγιναν χημικές αντιδράσεις αλλιώτικες, καινούργιες.

Παλιά, θυμάμαι, την πρώτη θλίψη διαδεχόταν, σχεδόν ακαριαία, η άρνηση της θλίψης, η μη παραδοχή της, το μούδιασμα των κάτω άκρων, προσωρινή διακοπή στο αείροο ρεύμα της ζωής, αυτόματη ενεργοποίηση της διαδικασίας καταστολής. Το εγώ αρνιόταν να δεχτεί πως μπόρεσαν κάποια αδέλφια μου με την αδιαφορία ή τη σκληρότητά τους να με νικήσουν και να μου γεννήσουν πόνο.

Η Αλήθεια, όμως, φώναζε από τα έγκατα της ύπαρξής μου κι έβαζε την καρδιά να κτυπά πιο δυνατά, πιο γρήγορα, για να μην αφήσει το ψέμα να κυριαρχήσει. Η ταχυπαλμία έφερνε πόνο στα μάτια, μες στις κόγχες, σφίξιμο στο στήθος, κόμπο στο στομάχι και πίκρα στο λαιμό, ώσπου σύντομα παραδεχόμουν πως, ναι, αυτά τα αδέλφια κατάφεραν να με πονέσουν. Εκεί άρχιζε η αυτολύπηση και η απελπισία, η απώλεια κάθε ελπίδας για ένα πιο πλούσιο κι ευτυχισμένο μέλλον, με καταξίωση κι επιτυχίες, με θαυμαστές και – πρωτίστως – θαυμάστριες. Ο επίλογος ήταν μια βιαστική απόλαυση φυγής μέσα στο μαγικό κόσμο των αισθήσεων που στη συνέχεια έφερνε αποχαύνωση, πρόσκαιρη λήθη και λύτρωση σε ύπνο βαρύ, εγγύηση για ένα δυστυχισμένο ξύπνημα το επόμενο πρωί.

Σήμερα, όμως, χάρη στις πρόσφατα αποκτημένες δεξιότητες της ομολογίας και της αθώωσης, ο παλιός συνειρμός τροποποιήθηκε και είπε ο νους: «Ναι, πονάς για την απόρριψη, ζηλεύεις τους επιτυχημένους. Μα μην ξεχνάς πως έχεις δικαίωμα να πονάς για την απόρριψη, έχεις το δικαίωμα να ζηλεύεις. Δε φταις εσύ που δεν έγινες όπως ορίζουν τα πρότυπα της σύγχρονης κοινωνίας των αδελφών. Δεν ήξερες, ντράπηκες να ρωτήσεις, φοβήθηκες να εκτεθείς, ίσως και να μη σε ενδιέφερε αρκετά, γιατί σε απασχολούσαν άλλα προβλήματα, για τα οποία επίσης δε φταις εσύ».

Έτσι, ο πόνος έκανε μεν τον κύκλο του και πέρασε απ’ όλα τα κύτταρά μου, μα τούτη τη φορά μέσα σε κλίμα ειρήνης, χωρίς θυμό και οργή, χωρίς απόγνωση κι απελπισία, μα με γλυκιά εγκαρτέρηση που ζέστανε την καρδιά μου, και με ακόμα πιο γλυκιά συμπόνια για το μικρό άβγαλτο παιδί που κάποτε δεν ήξερε και λύγισε κάτω από το τεράστιο βάρος των απαιτήσεων του άγνωστου τότε κόσμου.

Μοιράσου το στα social media