Η  Πολιτεία της  Λευτεριάς
Ένα ταξίδι Αλήθειας στα άδυτα του νου
με προορισμό την εσωτερική Ελευθερία.

Α34. Αποδοχή, αυτοδιάθεση και απελευθέρωση.

Προτιμά, λοιπόν, ο νους να θέσει ως κέντρο της ζωής του την αταραξία και την «αυτοδιάθεση» και να παραιτηθεί από την αγωνιώδη περιφρούρηση των ορίων του εγώ του που τον εξαναγκάζει κάθε τόσο να απαντά και να αφιερώνει ενέργεια εκεί που δεν το θέλει. Αποφασίζει, δηλαδή, ότι μπορεί να «διαθέτει τον εαυτό του» όπου και όπως αυτός θέλει. Με άλλα λόγια, είναι σε θέση πλέον να ορίζει ο ίδιος ποια θα είναι η ψυχική του διάθεση, και όχι τα γεγονότα, ούτε καν αυτά που συμβαίνουν μέσα στον εγκέφαλό του, όσο έντονα και αν είναι και όσο σημαντικά και αν φαντάζουν στα μάτια του νου.

Περνά, δηλαδή, στην όμορφη και ειρηνική κατάσταση που λέγεται εγκαρτέρηση, όχι χάρη στη σοφία που δεν έχει ακόμα κατακτήσει, μα για χάρη της αυτοεκτίμησης που θέλει να έχει, η οποία του υπαγορεύει να φροντίζει τον εαυτό του, να σέβεται την ανάγκη του για ψυχική γαλήνη και να εγκαταλείπει κάθε αναίτια αγωνία και οδύνη. Εξάλλου, έχει γίνει πια γι’ αυτόν πιο εύκολο να αγαπά και να φροντίζει τον εαυτό του, καθώς ο εντατικός ρυθμός ανέγερσης της Πολιτείας της Λευτεριάς τον εξασκεί τον τελευταίο καιρό αδιάκοπα σε μερικές αρετές θεμελιώδεις για την αυτοβοήθεια, όπως είναι το ενδιαφέρον, η κατανόηση, η συγχώρεση, η συμπόνια, η στοργή και η φροντίδα.

Κλείνει τα μάτια ο νους και επιτρέπει στην αταραξία να «καθίσει» μέσα του, να διαποτίσει βαθιά όλα τα κύτταρα του σώματός μου. Της παραχωρεί συνειδητά την απόλυτη κυριαρχία επάνω στο κορμί μου και στον εγκέφαλό μου. Κάνει σύντομη παύση, για να αφουγκραστεί αυτήν τη νέα εσωτερική πραγματικότητα. Αφήνεται στην αταραξία για αρκετή ώρα, μέχρι να πιστέψει σε αυτήν, από θεωρία να γίνει βίωμα, να τη νιώσει, να την αγαπήσει, να την αναγνωρίσει ως τη διαχρονική πραγματική του φύση.

Στη συνέχεια, ο νους ορίζει την αταραξία ως το μόνιμο πρώτο φίλτρο μέσα από το οποίο περνά οποιοδήποτε εξωτερικό ή εσωτερικό ερέθισμα πριν από οποιαδήποτε ανταπόκρισή του. Έτσι, δε θλίβομαι πια με την ιδέα της αποτυχίας, που πάντα μου γεννούσε απογοήτευση και αυτολύπηση, ούτε ανησυχώ με την ιδέα της απώλειας, που παλιά πυροδοτούσε μέσα μου μεγάλο φόβο και ανασφάλεια για το μέλλον. Όλα τα εσωτερικά ερεθίσματα (σκέψεις αγωνίας) που προκαλούνται από εξωτερικά αντίστοιχα (δύσκολες καταστάσεις) τα βλέπει πια ο νους με εγκαρτέρηση και λέει: «Τι να κάνω; Έτσι είναι ο κόσμος, έτσι είμαι κι εγώ. Δεν πειράζει, όλα έχουν καλώς, και ας αγωνιώ». Η αταραξία τού διδάσκει τη στωικότητα. Αυτό τον χαροποιεί, γιατί τον βοηθά να οραματίζεται τον εαυτό του στο μέλλον πιο χαρούμενο, πιο ήσυχο μέσα του, πιο γαλήνιο.

Ζει, έτσι, μέσα στον κόσμο ήσυχος αν και δραστήριος, γαλήνιος αν και γρήγορος, καρτερικός αν και κυνηγός, φιλικός αν και πειθαρχημένος με τον εαυτό του και με όλα του τ’ αδέλφια.

«Είμαι αυτός που είμαι, δεν έχει καμία σημασία αν μου αρέσω ή όχι», λέει ο νους, «δεν έχει καμία σημασία αν κάποιες συνήθειές μου με κρατούν εδώ και χρόνια μακριά από ποθημένα αποκτήματα και κατακτήσεις». Συμφιλιωμένος με τη φύση του αποδέχεται βαθιά τον εαυτό του έτσι όπως είναι, με τις ατέλειες και τους περιορισμούς του. Επιλέγει συνειδητά αυτή τη στάση, γιατί δε θέλει άλλο την άδικη ψυχική ένταση, αρκετά έχει ταλαιπωρηθεί από αυτήν.

Δεν τον νοιάζουν πια τα ανεκπλήρωτα «θέλω» του. Δεν υπακούει πια στην πίκρα που του έχει αφήσει η μη εκπλήρωσή τους. Δε σπεύδει με βιασύνη να θυμώσει με όποιον έφταιξε για τη στέρηση της χαράς που προσδοκούσε από αυτά. Έτσι, αποσύρεται συνειδητά από το ψυχοφθόρο συναίσθημα του θυμού και επιλέγει να μη θυμώνει ούτε με τον εαυτό του, όταν του στέκεται εμπόδιο για τις χαρές που θέλει, ούτε με τους άλλους, όποτε και αυτοί τον εμποδίζουν.

Όταν ο θυμός ξεπηδά από μέσα του ορμητικός, ο νους προτιμά να μην του δίνει και μεγάλη σημασία. Έτσι, του δίνεται η ευκαιρία, του παρέχεται ο χρόνος και ανοίγεται ο χώρος μέσα του για να γεύεται ήσυχος την πίκρα της στέρησης. Την αφήνει απλά να υπάρχει, τη βιώνει συνειδητά. Είναι και αυτή μια μορφή ενέργειας. Η πίκρα, η θλίψη, γίνονται έτσι – παράδοξο, και όμως αληθινό – χαρμόσυνη απόδειξη ζωής που έχει την ίδια αξία με τη χαρά.

Δε θεωρεί πια τη θλίψη και την πίκρα σαν κάτι το άσχημο, το αποδιοπομπαίο. Δε γυρεύει πια μαύρο πρόβατο για εξιλαστήριο θύμα, για να θυμώσει μαζί του και να ανεβάσει αδρεναλίνη, ώστε να αντικαταστήσει για λίγο τη μιζέρια της πίκρας με το πυρ του θυμού. Δεν τον αφορούν πια οι πρόχειρες μουλωχτές λύσεις, τις έχει γνωρίσει πια καλά. Προτιμά με περηφάνια και αξιοπρέπεια να αποδεχθεί την πίκρα του, να αποδεχθεί μαζί και τις βαθιά ριζωμένες συνήθειες που τον οδήγησαν στην όποια στέρηση ή στην όποια αποτυχία που του γέννησε κάθε φορά την πίκρα. Βιώνει την πίκρα του εν ειρήνη, μέσα στο φως της Αλήθειας, χωρίς υπεκφυγές και ψέματα. Μαθαίνει έτσι ο νους, μέσα από αυτήν την εμπειρία, πως η αποδοχή είναι λευτεριά, γιατί εξασφαλίζει ειρήνη κατοχυρωμένη, άφθαρτη, που παραμένει ανέγγιχτη, και από τους αθέλητους έμμονους συνειρμούς του, αλλά και από τα ανεξέλεγκτα δυσάρεστα γεγονότα του έξω κόσμου.

Ο νους τώρα είναι σε θέση να απολαμβάνει τη βαρύτητα της ύπαρξής του. Το κορμί μου αποκτά οντότητα, δεν είναι πια φτερό στον άνεμο των γεγονότων και των σκέψεων. Η βαθιά αποδοχή του εαυτού γίνεται για το νου η βάση για την εγκαθίδρυση, τον αυτοσεβασμό, την αυτοεκτίμηση, τη μη βιασύνη, άρα και τη μη βία, αφού η βιασύνη είναι βιασμός του εαυτού. Με την αποδοχή παύει πια να νιώθει σαν ανοχύρωτη και απροστάτευτη πεταλουδίτσα, έρμαιο των πυρών και των ανέμων.

Συνεχίζει ο νους να παρασύρεται από τους ανέμους, να καίγεται από τα πυρά, μα ένα μεγάλο μέρος του κάθεται αναπαυτικά στο μεστό και ζωντανό θρόνο της πληρότητας, τον εδρασμένο βαθιά μέσα στο κέντρο του εαυτού του, και απολαμβάνει την αποδοχή, την ειρήνη, τη βαρύτητα της ύπαρξής του εν μέσω ενός φαινομενικά χαώδους κόσμου απείρων μορφών όπου τα πάντα ρει και όλα μεταβάλλονται και τίποτα δεν είναι εξασφαλισμένο για το μέλλον, ούτε καν για την επόμενη στιγμή.

Ο νους έχει πλέον προσχωρήσει στη στωικότητα, στην υπομονή, στη βεβαιότητα ότι όλες οι δυσκολίες είναι πρόσκαιρες. Έχει φτάσει στο ευχάριστό σημείο να διέπεται από τη σιγουριά ότι η πραγματική του φύση η ελεύθερη θα βρει κάποτε τον τρόπο να αναδυθεί, να φανερωθεί και να υπερισχύσει έναντι των παλιών συνηθειών που τον περιορίζουν. Αυτή η βεβαιότητα για τη θετική έκβαση των εσωτερικών του υποθέσεων του επιτρέπει να αποδέχεται την τωρινή του ενδιάμεση κατάσταση και να υπομένει ήσυχα τον πόνο και την ταλαιπωρία που αυτή εμπεριέχει.

Αλλά, ανεξάρτητα από αυτή τη βεβαιότητα, αποδέχεται την τωρινή κατάστασή του και για έναν ακόμα λόγο: επειδή έχει μάθει να μην εμμένει στις μάταιες εγκόσμιες προσδοκίες του, γνωρίζει πλέον πώς να παραιτείται ακόμα και από την ύψιστη προσδοκία του να γίνει ένας ελεύθερος άνθρωπος που θα γνωρίζει πώς να ζει ανεπηρέαστος κι ευτυχισμένος μέσα σε αυτόν τον ανελέητο κόσμο των ατελείωτων τριβών και αλλαγών. Συνεπώς, με αυτήν την παραίτηση από την προσδοκία για λευτεριά, η τωρινή κατάσταση του νου παύει να είναι γι’ αυτόν βραχνάς και μπορεί να χαίρεται μέσα του, ακόμα και όταν διαπιστώνει ότι κάνει κουτουράδες, σπαταλιέται και αυτοβασανίζεται.

Αν το καλοσκεφτώ, αυτό είναι ήδη ένα ικανοποιητικό επίπεδο απελευθέρωσης, όχι από αυτό καθαυτό το πρόβλημα της απειθαρχίας του νου, αλλά τουλάχιστον από τη στεναχώρια που μου προκαλούσε η απειθαρχία του. Αυτό είναι ήδη πολύ καλό, γιατί μου προσφέρει εσωτερική γαλήνη, ησυχία.

Μοιράσου το στα social media