Η  Πολιτεία της  Λευτεριάς
Ένα ταξίδι Αλήθειας στα άδυτα του νου
με προορισμό την εσωτερική Ελευθερία.

Β33. Γράμμα προς την εγκόσμια μαγευτική γυναίκα.

Τώρα που έμαθε ο νους να εναποθέτει στα χέρια του Δημιουργού του όλες τις αιτίες της δυστυχίας του, αποφασίζει να κάνει το ίδιο, και μάλιστα με ιδιαίτερη φροντίδα, και για το κυριότερο από τα προβλήματά του, που τον κρατάει εδώ και χρόνια δεμένο και τον βυθίζει κάθε τόσο μέσα στη θλίψη και την απογοήτευση. Αυτή τη φορά προτιμά να γράψει ένα γράμμα ομολογίας προς την εγκόσμια μαγευτική γυναίκα, που ήτανε και είναι το κυρίαρχο αντικείμενο του πόθου του και της προσδοκίας του για καταξίωση και χαρά. Γνωρίζει ότι και αυτή δημιούργημα του Δημιουργού του είναι, άρα η ομολογία του προς αυτήν ισοδυναμεί με ομολογία προς Εκείνον. Για να τον βοηθήσω να προχωρήσει σε αυτό το δύσκολο βήμα ομολογίας, κάνω μια σύντομη εισαγωγή:

«Απευθύνομαι σε σένα, εγκόσμια μαγευτική γυναίκα, που – τ’ ομολογώ πως είμαι εύκολο για σένα θύμα – κατέχεις άριστα την τέχνη της αποπλάνησης του νου μου με το στητό σφριγηλό κορμί και το περήφανο το βλέμμα σου, τη λυγερή τη μέση και τα χυμώδη στήθη, το άρωμα που με ζαλίζει, το γλυκό χαμόγελο που προσδοκίες μού γεννά και με σκλαβώνει, τη λικνιστή λεύτερη κίνηση και την αυτοπεποίθηση που αποπνέεις και τη βεβαιότητα ότι όλοι οι άντρες είμαστε του χεριού σου. (Ξέρεις, αλήθεια, πόσα τροχαία ατυχήματα ανδρών έχεις με τρόπους αναρίθμητους άθελά σου προκαλέσει;)

«Αφού νιώθω αβοήθητος μπροστά στην ομορφιά σου και δεν τολμώ να δώσω σαν ίσος προς ίσο τη μάχη μου για να σε κατακτήσω, θα τολμήσω τουλάχιστον, για να ξαλαφρώσω, να σου ομολογήσω τα δεινά που ’χει περάσει ο νους μου με αφορμή[1] εσένα, και θα το κάνω αυτό για δύο λόγους: πρώτα απ’ όλα, γιατί με την ταπείνωση της ομολογίας ελπίζω πως θα ξαλαφρώσω και τότε θα γυρίσει μαγικά μέσα μου ο διακόπτης και θα ελευθερωθώ από τα δεσμά της δίνης σου και, έπειτα, για να μάθεις τι κόλαση γεννάς με τα καμώματά σου μέσα σε μένα τον άντρα αδελφό σου, μήπως και με συμπονέσεις λίγο και με πάρεις μια αδελφική αγκαλιά σύντροφου συνοδοιπόρου, με στοργικό ενδιαφέρον επιτέλους και όχι με λαγνεία και ακόρεστη δίψα για ένα ακόμα θύμα που θα ικανοποιήσει προσωρινά και πάλι τη φιλαρέσκειά σου.

«Ακόμα, όμως, και αν δε συμβεί το δεύτερο (που δεν το πολυελπίζω), το πρώτο είναι αρκετός λόγος για να σου πω τα παρακάτω, γιατί τα έχει δοκιμάσει όλα ο νους μου και άλλη διέξοδο δε βλέπει από το να σε αντιμετωπίσει πρόσωπο με πρόσωπο και να σου ομολογήσει με κάθε λεπτομέρεια τα βάσανα που ’χει περάσει με αφορμή εσένα, μαγευτική εγκόσμια γυναίκα. Οι πιο απλές λύσεις είναι και οι καλύτερες, θα αποδειχτεί άλλη μια φορά, ελπίζω».

Μετά από αυτή τη σύντομη εισαγωγή μου ξεθαρρεύει τώρα ο νους και παίρνει αυτός το λόγο και, καθώς δεν αντέχει άλλο να σιωπά και να πνίγει μέσα του τόσων ετών τον πόνο, εγκαταλείπει την πνιγηρή απόγνωση για να βρει το θάρρος και να πει αυτά εδώ τα λόγια ομολογίας σε κείνη που ανέκαθεν κοίταζε με δέος και μόνο από μακριά, και που στην παρουσία της του κοβόταν η λαλιά:

«Γυναίκα όμορφη και λατρεμένη, προαιώνιο αντικείμενο του ερωτικού πόθου του δικού μου και όλων των αρσενικών προγόνων μου, πρωταρχική ελπίδα μας εσύ για εγκόσμια καταξίωση, που τόσο μας έχεις βασανίσει άθελά σου, χρησιμοποιώντας μας αλύπητα για τη δική σου καταξίωση και επιβεβαίωση της φιλαρέσκειάς σου, άκου εδώ και τώρα, σε παρακαλώ, την ομολογία μου, για να σε νιώσω επιτέλους αδελφή και σύντροφο, να πάψεις να ’σαι για μένα ο άγνωστος επικίνδυνος οχτρός που τρέμω να πλησιάσω.

«Μάθε, λοιπόν, πως εγώ, όπως και ο πατέρας μου και όλοι οι άντρες πρόγονοί μου, έχω μέσα στην καρδιά παράπονο μεγάλο, που εκεί ύπουλα φωλιάζει και σαν ύαινα μου τρώει σιγά-σιγά τη σάρκα, συνοδεύει παρασιτικά κάθε μου σκέψη και μου αφαιρεί τη χαρά της στιγμής, υπονομεύοντας τη δύναμη της θέλησής μου και στερώντας μου το κουράγιο να αποτελειώσω με ζήλο ό,τι κι αν καταπιαστώ. Η ζωή μου χωρίς να σ’ έχω κατακτήσει χάνει το χρώμα και το νόημά της. Απλά την αντέχω, δεν τη χαίρομαι, όσο υπάρχει μέσα στην καρδιά μου αυτό το παράπονο, γιατί αυτό γεννά ένα πέπλο από αρνητικές σκέψεις, έναν ιστό περίπλοκο από τον οποίο αδυνατώ να αποδράσω. Γι’ αυτό, ταπεινωμένος ομολογώ την ύπαρξή του και σου τον παραδίδω προσδοκώντας με αυτήν την πράξη μου να έρθει η λύτρωση, γιατί εμπιστεύομαι τη Μητέρα μας, τη Θήλεια Αρχή[2] του σύμπαντος, τη σπλαχνική Θεία Μητέρα, που σε έπλασε για να με βασανίσεις[3] εμένα το γιο της. Στρέφομαι, λοιπόν, σε Αυτήν και την παρακαλώ:

– Θεία Μητέρα, πάρε στα χέρια σου το βασανιστικό ιστό της ηττοπάθειας, της χαμηλής αυτοεκτίμησης, της ατολμίας, της αυτομομφής, του αλύτρωτου παράπονου μιας ολόκληρης ζωής και όλων των άλλων δεινών που γέννησε μέσα στην αθώα και άβγαλτη ψυχή μου το απερίσκεπτο εγωκεντρικό παιχνίδι της μαγευτικής κόρης σου, της εγκόσμιας γυναίκας. Ομολογώ πως θέλησα στυγνά να τη χρησιμοποιήσω για να ικανοποιήσω την ερωτική μου ορμή και – προπάντων – την αντρική μου φιλαρέσκεια. Όσες φορές κι αν δέχτηκε να με υπηρετήσει, δεν μπόρεσα ακόμα να λησμονήσω τις φορές εκείνες – που ήταν και οι περισσότερες – που η κόρη σου παρέμεινε για μένα άπιαστο όνειρο και που πίστεψα πως ‘είμαι πολύ λίγος’ γι’ αυτήν, πως ‘δεν είναι για τα δόντια μου’, πως σίγουρα έχει βρει άλλον καλύτερο από μένα, ‘σιγά μην κοιτάξει εμένα τον μέτριο μια τέτοια ωραία γυναίκα’, και άλλα τέτοια τσιτάτα ηττοπάθειας.

– Ακόμα, ομολογώ πως όσες φορές με δέχτηκε στην αγκαλιά της για να μου δοθεί και να με υπηρετήσει, δεν άργησα λόγω χαμηλής αυτοεκτίμησης να σκεφτώ πως ‘αυτή σίγουρα κάποιο κουσούρι θα ’χει για να έρχεται σε μένα το μέτριο άντρα’ και πως ‘σίγουρα δεν είναι ερωτευμένη μαζί μου, απλά έρχεται κοντά μου γιατί βρίσκει στο πρόσωπό μου τον μπαμπά της και όχι το φλογερό εραστή που ήθελα να είμαι’, και γρήγορα έστρεφα το ενδιαφέρον μου σε άλλες κόρες σου που, επειδή δε μου ’χαν πει το ‘ναι’, μου φάνταζαν πιο όμορφες, πιο αξιόλογες, πιο ερωτικές, και νόμιζα ο χαζός – και το πιστεύω ακόμα ο ηλίθιος – πως εκείνες αν τις είχα κατακτήσει θα είχε καταλαγιάσει για πάντα η αγωνία μου να καταξιωθώ σαν άντρας.

– Σου παραδίδω, Θεία Μητέρα, αυτούς κι άλλους πολλούς περίπλοκους ιστούς που έχω πλέξει, βάλε τους όπου θέλεις, κάνε τους ό,τι νομίζεις, μόνο μην τους αφήνεις άλλο να κείτονται ανάμεσά μας και να μας χωρίζουν, γιατί η ζωή μου είναι ασπρόμαυρη χωρίς την αγκαλιά Σου, δεν έχει νόημα κανένα, αν δε μ’ αφήσουν οι ιστοί μου να βρω το θάρρος να ’ρθώ κοντά Σου. Σε παρακαλώ, πες στις κόρες Σου τις μαγευτικές γυναίκες πως τις αγαπώ πολύ και τους ζητώ συγγνώμη που θέλησα να τις χρησιμοποιήσω και τις παρακαλώ να με συγχωρέσουν προκαταβολικά από τώρα αν η χαμηλή μου αυτοεκτίμηση με αναγκάσει να πράξω ξανά και ξανά το ίδιο σφάλμα. Πες τους, ακόμα, πως διψώ για την ερωταδελφική συντροφική αγκαλιά τους και πως εύχομαι να βρίσκω πάντα το θάρρος να τους ομολογώ τα βάσανα που έχω περάσει με αφορμή εκείνες.

«Αυτά λέω στη Μητέρα μας, μαγευτική εγκόσμια γυναίκα, αυτά άκου σε παρακαλώ κι εσύ και νιώσε με αδελφό σου. Μάθε πως από τα πρώτα βήματα της εφηβείας μου και πιο παλιά ακόμα έμαθα να σε φοβάμαι και πως αναρίθμητες φορές δεν τόλμησα να σου πω πόσο πολύ σε θέλω και αρκέστηκα αντ’ αυτού σε θλιβερές φαντασιώσεις που μόνο αυτολύπηση και αυτοσυρρίκνωση μου προξενούσαν και με απομάκρυναν από την ποθητή πραγματικότητα, που είναι η αγκαλιά σου. Ακόμα και όταν κορέστηκα από τις φαντασιώσεις και τις άφησα πίσω μου να γίνουν παρελθόν, το παράπονο παρέμεινε, γιατί ήταν βαθιά χαραγμένο μέσα στην καρδιά μου και δεν άφηνε το στέρνο να πάρει γεμάτη ολόκληρη ανάσα, να πλημμυρίσει με χαρά και δύναμη.

«Γύρω μου δεν είχα πρότυπα ελεύθερων αντρών να μιμηθώ, παντού, μέσα κι έξω από την οικογένεια, άντρες σκλάβοι των επιθυμιών τους και της ακόρεστης ανάγκης τους για επικύρωση του ανδρικού τους εγωισμού από σένα. Δεν είχα κάποιον να μιλήσω στα κρίσιμά μου πρώτα χρόνια, μετά όσους κι αν βρήκα ήτανε πια αργά, είχα γίνει κι εγώ ανασφαλής ζητιάνος πεινασμένος και χρειάστηκα χρόνια εσωτερικού αγώνα για να καταλάβω ένα μέρος μόνο από τα λάθη μου και να φτάσω εδώ που είμαι τώρα, στο σημείο να τολμώ τουλάχιστον να σου ομολογώ το πάθος μου για σένα για να θεραπευθώ.

«Καταλαβαίνω πως κι εσύ κάποιες άλλες αγωνίες θα έχεις ζήσει που ούτε καν τις υποψιάζομαι, γιατί προσηλωνόμουν πάντα μόνο στο μαγευτικό ευτυχισμένο προσωπείο που φορούσες και ποτέ δεν αναρωτιόμουν ποιες αγωνίες και ανασφάλειες σε ανάγκαζαν να το φοράς. Δεν ήξερα καν ότι φορούσες προσωπείο, μου το λέγανε, μα δεν μπορούσα – και δεν ήθελα – να το πιστέψω πως τόση ομορφιά γίνεται να έχει μέσα ψέμα. Γι’ αυτό δεν είχα χώρο μέσα μου για να σου δείξω κατανόηση και να σε συγχωρέσω για τον πόνο που μου προξενούσες, και φούντωνα από οργή για την απονιά και τη σκληρότητά σου.

«Σου ζητώ συγγνώμη για τη χρησιμοθηρία μου, κι ας έκανες κι εσύ τα ίδια σε μένα, αφού κι εσύ με χρησιμοποιούσες. Μετανοώ ειλικρινά, μα δεν υπόσχομαι πως δεν θα το ξανακάνω, γιατί ο φόβος για την απόρριψή σου είναι βαθιά χαραγμένος μέσα μου και με οδηγεί πολύ συχνά στην επανάληψη λαθών. Τουλάχιστον, αυτό που μπορώ να σου υποσχεθώ – και να μου υποσχεθώ – είναι πως θα σου ομολογώ κάθε τόσο την εσωτερική μου Αλήθεια, σαν αδελφός προς αδελφή, κι ας σε ποθώ και ερωτικά, μαγευτική εγκόσμια γυναίκα. Αυτό είναι το καλύτερο που μπορώ να κάνω, τουλάχιστον προς το παρόν, στην πρώιμη φάση εξέλιξης που διανύω. Ελπίζω πολύ σε αυτό το βήμα, θέλω να πιστεύω ότι αυτό θα εξυγιάνει σιγά-σιγά την αρρωστημένη σχέση μας, γιατί δεν αντέχω άλλο να έχω μαζί σου αρρωστημένη σχέση, μαγευτική εγκόσμια γυναίκα, θέλω να ενωθούμε, να με κατανοήσεις και να σε κατανοήσω, να γίνουμε αδελφοί συνοδοιπόροι, είτε είμαστε εραστές είτε δεν είμαστε, είτε ποθεί ο ένας τον άλλο είτε όχι. Το μπορούμε.

«Αυτή ας είναι η θέση μου στο εξής, ακόμα και αν εσύ δεν την ασπαστείς, γιατί αυτή η θέση μού δίνει χαρά. Όποτε την ασπάζεσαι, θα χαίρομαι περισσότερο. Όποτε δεν την ασπάζεσαι, ας μην αφήνω τη θλίψη της απόρριψης να με προδιαθέτει αρνητικά για την επόμενή μου κρούση, γιατί αυτήν την προκατάληψη ηττοπάθειας καλλιεργούσα μια ζωή κι έμενα στο καβούκι μου κι έχω χάσει έτσι κι εγώ δεν ξέρω πόσες ευκαιρίες για συντροφική χαρά μαζί σου, αγαπημένη μου.

«Εγκόσμια μαγευτική γυναίκα, σε αγαπώ όσο τίποτα άλλο στον κόσμο, γιατί ξέρω πως χωρίς την αγάπη να ανθίζει ανάμεσά μας ο κόσμος όλος είναι γκρίζος, χωρίς τον έρωτα το σύμπαν δεν θα υπήρχε. Ο έρωτάς μου για σένα είναι η μία και μοναδική πηγή δύναμης, αγάπης για τη ζωή και διαύγειας πνεύματος που μπορεί να με οδηγήσει σε ύψιστα επίπεδα ευδαιμονίας και απρόσκοπτης ένωσης με τη Θεία Μητέρα και με όλα τα δημιουργήματά Της. Μόνο με την ανεμπόδιστη ροή της αγάπης ανάμεσά μας μπορώ να χαίρομαι μέσα στον κόσμο. Γι’ αυτό, έρχομαι κοντά σου και σου ομολογώ τα πάντα, για να γίνει η αρχή σε αυτήν την τόσο σημαντική σχέση που αποτελεί τη βάση για όλες μου τις άλλες σχέσεις. Σε ευχαριστώ ταπεινά για την τιμή που μου έκανες να με ακούσεις».[4]



[1] (εσύ είσαι μόνο η αφορμή, η αιτία για όλα τα προβλήματά μου δεν ξεχνώ ποτέ πως είναι πάντα μόνο μέσα μου)

[2] Τώρα μοιάζει ξαφνικά στο νου μου λαθεμένη η ιδέα ενός αρσενικού προσωποποιημένου Θεού, γιατί μόνο η γυναικεία φαντασία θα μπορούσε να φτιάξει ένα τόσο τέλειο σύμπαν με τόσες εκθαμβωτικές ομορφιές όπως είναι η γυναίκα, τα δάση, οι παραλίες, ο ουρανός με τ’ άστρα, το ανθρώπινο σώμα και τόσα άλλα. Ίσως να μην είναι αυτή η αλήθεια, σημασία έχει όμως εδώ η ψυχολογική ανάγκη του νου να πιστεύει πως τον δημιούργησε η στοργική και σπλαχνική Θεία Μητέρα και όχι ένας άκαμπτος αρσενικός Θεός. Γιατί, λοιπόν, να του χαλάσουμε το χατίρι; Άλλωστε, έχει μάθει να βλέπει τη γυναίκα με θαυμασμό και δέος, σαν ένα ον ανώτερο απ’ αυτόν, που δεν προσκολλάται στη στείρα λογική όπως ο άντρας αλλά αντιλαμβάνεται και αναγεννά ενέργειες και έργα ζηλευτά και άφθαστα για το νου του άντρα, γεμάτα ποίηση, μαγεία και ομορφιά. Όσο για τους μεγάλους άντρες καλλιτέχνες (ζωγράφους, μουσικούς, σκηνοθέτες και άλλους δημιουργούς), ο νους πιστεύει τώρα ότι απλά ενώθηκαν με το γυναικείο τρόπο σκέψης και μπόρεσαν να τον γειώσουν με ακρίβεια και σημασία στη λεπτομέρεια πιο καλά από τις γυναίκες, επειδή εκείνες δεν είναι συνήθως τόσο ικανές στην ανάλυση όσο είναι οι άντρες.

[3] Εγωκεντρικός υποκειμενικός τρόπος θέασης της πραγματικότητας από ένα πληγωμένο πλάσμα, που νομίζει πως όλα μέσα στο σύμπαν συμβαίνουν για το καλό του ή για το κακό του. Πάντως, αυτή η άποψη θα πρέπει να περιέχει και μια δόση αλήθειας σύμφωνα με τις αρχαίες γραφές διαφόρων θρησκειών και φιλοσοφιών.

[4] Μεταγενέστερη παρατήρηση, πέντε χρόνια μετά: Είχα πολύ καιρό να διαβάσω αυτό το κείμενο και με χαρά διαπιστώνω τώρα ότι η δύναμη της ομολογίας επιβεβαιώθηκε πανηγυρικά: αυτός ο καημός έχει σχεδόν εξαλειφθεί, ζω πια ελεύθερος από αυτόν, όπως και από πολλούς από τους καημούς που ομολόγησα σε αυτό το βιβλίο. (Ανεξάρτητα από αυτήν την αλήθεια, πάντως, ομολογώ ότι έσπευσα να καταγράψω αυτήν εδώ την παρατήρηση, για να αποκαταστήσω στα μάτια του αναγνώστη την υπόληψή μου, που μπορεί να είχε κλονιστεί μετά από τις πιο πάνω ομολογίες.)

Μοιράσου το στα social media