Η  Πολιτεία της  Λευτεριάς
Ένα ταξίδι Αλήθειας στα άδυτα του νου
με προορισμό την εσωτερική Ελευθερία.

Β38. Οι δύο όψεις του ταπεινού ζητιάνου.

Η λέξη «ζητιανεύει» σαν να τον ξύπνησε από όνειρο το νου, που συνειδητοποίησε ξαφνικά μεγάλο μέρος της αλήθειας του πρότερου βίου του:

«Μάλιστα. Τόσο καιρό ζητιάνευα. Όχι μόνο από τις μαγευτικές εγκόσμιες γυναίκες, μα από τη ζωή ολάκερη. Ζητιάνευα. Ένιωθα όπως νιώθει ένας ζητιάνος στο πεζοδρόμιο. Ναι, έτσι είναι, τώρα που επέστρεψα στις ρίζες μου, τώρα μόνο είμαι σε θέση να το δω τόσο ξεκάθαρα. Όσο ήμουνα ζητιάνος, δεν μπορούσα να παρατηρήσω την ψυχολογία του ζητιάνου που με είχε κατακυριεύσει και χρωμάτιζε κάθε μου σκέψη και πράξη. Με το που ξυπνούσα κάθε μέρα, έμπαινα στη ζωή με τη μίζερη διάθεση του ‘Δεν έχω. Δώσε μου!’.

«Θυμάμαι έναν ανάπηρο ζητιάνο που έβλεπα για χρόνια σ’ ένα σταθμό του τρένου, που στεκόταν με τις πατερίτσες του όρθιος στις σκάλες και έλεγε ικετευτικά στους περαστικούς επιβάτες με το χέρι απλωμένο: ‘Μάνα μ’ έκανε και μένα, ρε παιδιά!’.

«Σε τι διέφερα από εκείνον το ζητιάνο τόσα χρόνια; Σε τίποτα! ‘Μάνα μ’ έκανε κι εμένα, μαγευτική εγκόσμια γυναίκα, δικαιούμαι κι εγώ λίγη χαρά, εσύ έχεις τόση, δώσε μου κι εμένα!’. Μ’ αρέσει δε μ’ αρέσει, αυτή είναι η αλήθεια. Αυτή ήταν η προδιάθεσή μου: ‘Δεν έχω. Δώσε μου, σε παρακαλώ. Είναι άδικο εσύ να έχεις κι εγώ να μην έχω!’.

«Το ίδιο και με τους φίλους. Και με τους γονείς μου επίσης. Και με τα χρήματα, τα σπίτια, τα αυτοκίνητα, τα ταξίδια και όλα τα υλικά αγαθά. Και με τη δόξα αυτή ήταν η σχέση μου: ‘Κανείς δε με θαυμάζει όπως θαυμάζουν όλοι τον τάδε ή τον δείνα. Θαυμάστε με, σας παρακαλώ, κοιτάξτε τι ωραία πράγματα έχω φτιάξει εδώ, θαυμάστε τα έργα, τις ιδέες, τα λόγια, την εξυπνάδα, τις ικανότητες, το κορμί, τον έρωτα, την κίνησή μου!’ Και όσο έβλεπα πως δεν ήμουν εγώ ο καλύτερος σε όσα ήθελα να με θαυμάζουν, θλιβόμουνα βαθιά και απογοητευόμουν, όπως ακριβώς νιώθει και ο ζητιάνος όποτε του αρνούνται το κέρμα που ζητά.

«Είχα μάθει να κρύβω τη ζητιανιά μου και να δείχνω προς τα έξω πρόσωπο αυτοδύναμο και ανεξάρτητο, για να μην πέφτω στα μάτια των αδελφών που με ενδιέφερε ο θαυμασμός τους. Μα αργά ή γρήγορα αναπόφευκτα ξεχνιόμουν, το προσωπείο έπεφτε και όλη η μιζέρια μου αποκαλυπτόταν. Περίπου το ίδιο συνέβαινε και σε πολλά από τα αδέλφια μου με τα οποία σχετιζόμουν. Οι σχέσεις έτσι φθείρονταν, κούραζαν, ξεχείλωναν και διαλύονταν από μόνες τους.

«Τώρα βιώνω για πρώτη ίσως φορά μια εντελώς διαφορετική εσωτερική θέση απέναντι στ’ αδέλφια μου: ‘Έχω. Θέλεις;’ Τι είναι αυτό που έχω τώρα και που δεν είχα τότε; Τίποτα παραπάνω από την ίδια την επίγνωση ότι κι εγώ ζητιάνος είμαι μια ζωή όπως κι αυτά. Ένας ζητιάνος που έχει αποφασίσει να αφιερώνει και να παραδίδει μία-μία τις μορφές της ζητιανιάς του στο Δημιουργό του, στη Θεία Μητέρα που τον γέννησε.

«Ομολογώ τη ζητιανιά μου, κατανοώ τις βαθύτερες αιτίες της, τη δικαιολογώ μέσα μου και τη συγχωρώ για τις χαρές που μου έχει στερήσει και για τη μιζέρια με την οποία με έχει διαποτίσει. Την αποθέτω με ευλάβεια στα πόδια της Θείας Μητέρας, που με το μαγικό ραβδί της με λυτρώνει από το βάρος του μίζερου παρελθόντος μου. Και ρωτώ κάθε αδελφό ή αδελφή μου: ‘Έχω επίγνωση της ζητιανιάς μου. Θες να μοιραστούμε την επίγνωση της ζητιανιάς μας, να την παραδώσουμε και οι δυο μαζί στη Θεία Μητέρα, ώστε να ξαλαφρώσουμε και να λευτερωθούμε;’».

Με αυτούς τους συλλογισμούς ο νους έφτασε σε έναν ορισμό της συντροφικότητας που πολύ τον εκφράζει: Συντροφικότητα είναι να ομολογούν το ένα στο άλλο και να μοιράζονται μεταξύ τους δύο αδέλφια τη ζητιανιά τους, να τη συγχωρούν από κοινού και να την παραδίδουν στο Δημιουργό τους. Έτσι, η παλιά δυσβάσταχτη ταπείνωση του ζητιάνου νου έγινε ανάλαφρη ταπεινότητα. Από ταπείνωση έγινε ταπεινότητα. Δύο λέξεις που, αν και μοιάζουν ακουστικά, διαφέρουν τόσο πολύ! Η δυστυχία της ανεπάρκειας έγινε ταπεινή συντροφικότητα, πρώτη ύλη που αργότερα θα μετασχηματιστεί στο τελικό προϊόν, την αγάπη για τα αδέλφια μου.

Μοιράσου το στα social media