Η Πολιτεία της Λευτεριάς
Ένα ταξίδι Αλήθειας στα άδυτα του νου
με προορισμό την εσωτερική Ελευθερία.
Γ9. Ο νους μου συμπονά τ’ αδέλφια μου.
Καλλιεργώντας τη συμπόνια ο νους, αφυπνίζεται και ξάφνου διαπιστώνει κάτι πολύ σημαντικό, που τόσα χρόνια δεν το είχε καν σκεφτεί, αν και ήταν αυτονόητο, γιατί πολύ απλά ήταν αδιάφορος, χωμένος στα προσωπικά προβλήματά του και δεν είχε ακόμα θελήσει να εκπαιδευτεί στο να ενδιαφέρεται για τα αδέλφια του, να τα συμπονά και να θέλει να είναι ευτυχισμένα[1].
Διαπιστώνει, λοιπόν, πως μέσα στην τσιμεντούπολη όπου ζει, στις γύρω πολυκατοικίες, σε ακτίνα μικρότερη από πεντακόσια μέτρα κατοικούν και κοιμούνται κάθε βράδυ χιλιάδες άγνωστά του αδέλφια, πολλά από τα οποία είναι για χρόνια ταυτισμένα το καθένα με έναν τουλάχιστον από τους πιο κάτω επώδυνους ρόλους, που λίγο ως πολύ τους έχει και ο νους μου σχεδόν όλους κατά καιρούς υιοθετήσει στη ζωή του, πολλούς δε από αυτούς τους βλέπει συχνά να αναδύονται από μέσα του και τώρα ακόμα:
- πλούσιοι που δυστυχούν στη μοναξιά τους, γιατί φοβούνται πως όσοι τους πλησιάζουν δήθεν με αγάπη υποκρίνονται και το κάνουν γιατί θέλουν τα λεφτά τους,
- φτωχοί που μια ζωή καταριούνται τη φτώχεια τους και ζηλεύουν τους πλούσιους και τους κατηγορούν ότι εκείνοι ευθύνονται για την άδική τους μοίρα, γεμίζοντας έτσι την καρδιά τους με μίσος, φθόνο, οργή και δυστυχία,
- ανασφαλείς νάρκισσοι που, για να γεμίσουν την άχαρη ζωή τους, έχουν μάθει να προβάλλουν προς τα έξω διαρκώς τη φυσική ή την πνευματική τους ομορφιά και έτσι ζουν δυστυχισμένοι, καθώς συνέχεια χάνουν ευκαιρίες να αγαπήσουν και να αγαπηθούν από αδέλφια, αφού ο νους τους είναι πολωμένος και προσηλωμένος στο να βρίσκει τρόπους συνεχώς για να αποσπά το θαυμασμό των άλλων για την ομορφιά, την ευφυΐα, τα κατορθώματά τους και ό,τι άλλο τους κάνει να ξεχωρίζουν από το μέσο όρο,
- ανέραστοι άντρες και ανέραστες γυναίκες επί χρόνια, στεγνοί από αγάπη, χάδια και φιλιά, που έγιναν φοβισμένοι και μισάνθρωποι, γιατί δεν τόλμησαν και δεν τολμούν να πάρουνε το ρίσκο να ξαναπονέσουν, επειδή πήρανε πολύ βαριά τον πόνο της απόρριψης στο παρελθόν,
- ερωτικοί σύντροφοι που αγωνιωδώς χρησιμοποιούν ο ένας τον άλλο για την κάλυψη των σεξουαλικών και συναισθηματικών τους αναγκών, χωρίς να έχουν ποτέ προσπαθήσει να γευθούν τη χαρά που θα μπορούσαν να αποκομίσουν από το εύρος και τη γλύκα της κατανόησης, της συμπόνιας και της ενεργού συμμετοχής στην εσωτερική ζωή του συντρόφου τους και χωρίς να έχουνε ποτέ απολαύσει τη βαθιά ικανοποίηση του να κτίζεις με αποδοχή, αγάπη και φροντίδα μέσα στο σύντροφό σου έναν ευτυχισμένο, ελεύθερο άνθρωπο,
- γονείς που δεν επικοινωνούν καθόλου μεταξύ τους και όλη τους η ζωή περιστρέφεται γύρω από τα παιδιά τους, και διαρκώς δηλητηριάζουν τη ζωή τους με υπερβολική ανησυχία για τις σπουδές, τις κακές παρέες, τα ναρκωτικά, την υγεία, την καλή διατροφή και ό,τι άλλο αφορά τη ζωή των παιδιών τους, κρατώντας τα ασφυκτικά κοντά τους, μέχρι που εκείνα επαναστατούν, επέρχεται ρήξη, φεύγουν, και οι γονείς δυστυχούν στη μοναξιά του αδειανού σπιτιού τους, παθαίνουνε κατάθλιψη, τσακώνονται όλη μέρα μεταξύ τους και εξοργίζονται με την «άδική τους μοίρα», όπως λένε,
- έντρομοι έφηβοι, αδίκως τρομαγμένοι από τις υπεραξιολογημένες από τους γονείς τους και την κοινωνία ευθύνες της επικείμενης ενηλικίωσης, ευνουχισμένοι από την υπερπροστασία των γονέων, που καταλήγουν στα ναρκωτικά, στο αλκοόλ, στην κατάθλιψη και στα ψυχοφάρμακα, ή ακόμα και στην αυτοκτονία,
- βιοπαλαιστές που δεν τα βγάζουν πέρα, γιατί έχουνε νομίσει τις επίκτητες πλαστές ανάγκες τους για πραγματικές και νυχθημερόν μοχθούν να τις καλύψουν, στεναχωριούνται, αναστενάζουν, θλίβονται, με δυσκολία κουβαλούν στους ώμους τους και σέρνουνε μαζί τους τα δυσβάσταχτα βάρη της ζωής, αναπολούν με νοσταλγία τα ανέμελα νεανικά τους χρόνια, μέχρι που αρρωσταίνουν και πεθαίνουν μέσα στην απόγνωση και την απελπισία, χωρίς να έχουν καταλάβει τίποτα από το νόημα της ζωής, αφήνοντας πίσω τους γυναίκα και μικρά παιδιά ορφανά, ανεκπαίδευτα και ανίκανα να συνεχίσουν με αξιοπρέπεια τη ζωή τους, καθώς το μόνο πρότυπο που έχουν στο μυαλό τους είναι ο δυστυχής πατέρας τους που αρρώστησε και πέθανε από τα βάρη της ζωής,
- γονείς που έχασαν το παιδί τους από ανίατη ασθένεια ή ναρκωτικά ή αυτοκινητικό δυστύχημα και τώρα έχουν μαραζώσει, επειδή η ζωή έχει χάσει για αυτούς οριστικά το νόημά της, δε θέλουν να της δώσουν καινούργιο νόημα ούτε θέλουνε να βρουν νέους αποδέκτες της αγάπης τους, γιατί έχουν μεγάλο πόνο και πείσμα και δε δέχονται να ευτυχήσουνε ξανά ενώ το παιδί τους δεν υπάρχει πια σε αυτόν τον κόσμο, δε θέλουν ούτε καν να ακούνε τέτοια λόγια, το θεωρεί αυτό ο πληγωμένος νους τους κάτι σαν ιεροσυλία,
- αδέλφια με ηττοπάθεια και χαμηλή αυτοεκτίμηση, που, αν και έχουν πάμπολλα όνειρα ανεκπλήρωτα, προτιμούν να μένουν πάντα στην αφάνεια και να υπομένουν μοιρολατρικά τη γκρίζα μοναξιά τους, δεν αντέχουν να εκτίθενται στο σκληρό κόσμο των ικανών, των όμορφων, των άξιων για ευτυχία, επειδή φοβούνται τη σύγκριση, θεωρούν εκ των προτέρων ότι οι άλλοι είναι καλύτεροι και πιο ευτυχισμένοι,
- τεχνοκράτες αγχωμένοι, που έχουνε πιστέψει πως το παν στη ζωή είναι η επαγγελματική σταδιοδρομία και αρνούνται από φόβο να παραδεχτούν τη φτώχεια του συναισθηματικού τους βίου, γίνονται δε σκληροί και ανάλγητοι με όσα αδέλφια τους «τολμούν» να έχουνε αδυναμίες και να μην τις κρύβουν,
- ναρκομανείς, αλκοολικοί και χαρτοπαίχτες, που δεν άντεξαν την πίεση να αναλάβουν την ευθύνη του εαυτού τους, δεν πρόλαβαν πριν αρρωστήσουν ψυχικά να γευθούν τη χαρά της προσφοράς σε άλλα πονεμένα αδέλφια, και γι’ αυτό επιλέγουν τώρα την αυτοκαταστροφή για να γεμίζουνε το βάραθρο της δυστυχίας τους και να μην αναγκαστούν να αναλάβουν τον εαυτό τους και να γεμίσουν πιο δημιουργικά το χρόνο τους,
- αδέλφια νευρωτικά, που δεν αντέχουν τα εμπόδια (γιατί τα ανεκπλήρωτα θέλω τους είναι ανεκπαίδευτα, ανώριμα, ατίθασα και κραυγάζουν από μέσα) και με κάθε δυσκολία ανάβουνε τσιγάρο, τρώνε χωρίς να πεινάνε, κάνουν μακροβούτι στον ψεύτικο κόσμο της τηλεόρασης και των ελαφρών αναγνωσμάτων και γενικά διαρκώς ψάχνουν πανικόβλητα μια διέξοδο για να μη σκέφτονται τα εμπόδια που δεν τους επιτρέπουν να πετύχουνε τους στόχους τους και να αποκτήσουν όσα επιθυμούν,
- αδέλφια κουτοπόνηρα, που σπαταλάνε διαρκώς την ενέργειά τους στο να βρίσκουν τρόπους να αδικούν τους συνοδοιπόρους αδελφούς τους για να αποκομίζουν οικονομικά ή άλλα ανούσια οφέλη, θυσιάζοντας εν αγνοία τους το ένα και μοναδικό ουσιώδες όφελος, αυτό της ελευθερίας του πνεύματος και κατ’ επέκταση της συντροφικής ζωής,
- σεξουαλικά κακοποιημένες γυναίκες και παιδιά που εδώ και χρόνια δεν έχουν ξεπεράσει το βιασμό που υπέστησαν και ο νους τους δεν μπορεί να ελευθερωθεί από το τραγικό εκείνο βίωμα, με αποτέλεσμα να μην μπορούν να εμπιστευθούν τους ερωτικούς συντρόφους τους και να χαρούν τον έρωτα σε όλο του το μεγαλείο,
- γυναίκες και άντρες που ο γάμος τους έγινε συμβατικός όχι για σοβαρό λόγο, απλά και μόνο εξαιτίας αφέλειας και αμέλειας, και τώρα από οικονομική ανασφάλεια ή και από φόβο για τη μοναξιά φοβούνται να τον διαλύσουν, αλλά ούτε θέλουν και να τον ζωντανέψουν, επειδή δεν πιστεύουν πως έχουν τη δύναμη να αλλάξουν τη ζωή τους προς το καλύτερο, καθώς έχουνε πεισθεί πως δεν είναι ικανοί ούτε αξίζουν τίποτα περισσότερο από τη μιζέρια που έχουνε γνωρίσει μέχρι τώρα, και έτσι περιμένουνε απλά να περάσει και η υπόλοιπη άχρωμη ζωή τους για να ξεμπερδέψουν με αυτό το βάρος που λέγεται ζωή,
- και άλλοι πολλοί ρόλοι δύσκολοι και άβολοι μέχρι τραγικοί, που κρατούν πάμπολλα αδέλφια μου στα Τάρταρα και δεν τα αφήνουν να ανασάνουν, να γιορτάσουν το δώρο της ζωής.
Και όλη αυτή η δυστυχία υπήρχε, υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει σε ακτίνα λίγων μόνο μέτρων από το προσκέφαλό μου τα βράδια που κοιμάμαι ανυποψίαστος και αδιάφορος για τις χιονοστιβάδες πόνου που με την ορμή τους συμπαρασέρνουν στον εσωτερικό γκρεμό αμέτρητα αδέλφια!
Καθώς αναλογίζομαι τον πόνο όλων αυτών των αδελφών μου, νιώθω την αίσθηση του επείγοντος να με κατακλύζει. Έχω κάτι να τους πω που ίσως τα βοηθήσει. Οφείλω να το κάνω, τώρα, όχι αύριο, γιατί αύριο για κάποια από τα χιλιάδες αυτά αδέλφια μου ίσως να είναι αργά. Μα δεν μπορώ, δε γίνεται, είμαι πεπερασμένος, μου είναι αδύνατο να προλάβω να μιλήσω μέσα σ’ ένα βράδυ σε όλους. Ούτε ξέρω αν θα εισακούσουν όσα έχω να τους πω, μπορεί να διαφωνήσουν, ακόμα και να θυμώσουν που τόλμησα να εισβάλω στην προσωπική τους ζωή.
Και θα έχουν δίκιο. Η συμπόνια μου ας μη μετατραπεί σε μανία, σε έμμονη ιδέα. Δε θα σώσω εγώ τον κόσμο. Δεν έχω ούτε τη δύναμη ούτε τη γνώση αλλά ούτε και το αμείωτο ενδιαφέρον και την αντοχή που απαιτούνται. Μα, ακόμα και αν τα είχα όλα αυτά, ο κόσμος δε θέλει τώρα να σωθεί. Αν το ήθελε, θα το είχε ήδη κάνει. Ίσως όμως το θελήσει αύριο, άρα χρέος μου[2] θέληση και χαρά μου είναι να μεταδίδω, είτε γραπτά είτε προφορικά, την ιστορία του πόνου μου και τους τρόπους που έχω βρει για να τον απαλαίνω και να τον μεταλλάσσω σε γλυκό βίωμα στοργής και αγάπης για τον πονεμένο μου μικρό εαυτό.
Αυτό κάνω. Χωρίς βιασύνη, χωρίς απαίτηση. Απλά, με συμπόνια, βοηθώ – με τον καλύτερο τρόπο που μου επιτρέπει το πολύ περιορισμένο μου επίπεδο γνώσης και ενδιαφέροντος – όποιον νομίζει πως μπορεί να βοηθηθεί από όσα έχω να του προσφέρω. Και εύχομαι όλη η ανθρωπότητα να βρει σύντομα το δρόμο της συμπόνιας και της αγάπης, επειδή τις τελευταίες δεκαετίες, χάρη στα μέσα μαζικής ενημέρωσης, έχουμε πληροφορηθεί ότι υπάρχει πολλή παράνοια και αναίτια δυστυχία στον κόσμο, μεγάλη αδιαφορία για τον πόνο του διπλανού μας, πολύ μίσος, πολλοί άδικοι σκοτωμοί και εγκλήματα όλων των ειδών, τα οποία διαπράττονται από τους δράστες και τους ηθικούς τους αυτουργούς (που είμαστε όλοι μας εξαιτίας της παθητικής στάσης, της ανοχής και της προσήλωσης στα ατομικά μας ζητήματα) με πολύ ελαφριά συνείδηση, εξαιτίας της άγνοιάς τους για τη χαρά και την ψυχική γαλήνη που υπάρχει μέσα στην αδελφική συντροφικότητα.
Υπάρχουν, βέβαια, ευτυχώς, και κάποια αδέλφια μου – ελπίζω, όχι λίγα – που δεν ανήκουν σε καμία από τις πιο πάνω περιπτώσεις δυστυχίας ή, τουλάχιστον, δε βιώνουν με τρόπο τόσο τραγικό τον πόνο που ενυπάρχει σε καθεμιά απ’ αυτές. Πραγματικά χαίρομαι γι’ αυτά τα αδέλφια μου και μέσα από τα βάθη της καρδιάς μου τους εύχομαι να συνεχίσουν να είναι ευτυχισμένα, ανεξάρτητα από τις δυσκολίες της ζωής.
Με αυτόν, λοιπόν, τον τρόπο βρίσκει μέσα μου εφαρμογή το αίσθημα της συμπόνιας ακόμα και για όσα από τα αδέλφια μου φαίνονται να είναι ήδη ευτυχισμένα, με το να εύχομαι να μην πάψουν να ευτυχούν και, αν είναι δυνατό, να θεμελιώσουν και να σταθεροποιήσουν ακόμα καλύτερα την ευτυχία τους γνωρίζοντας σε βάθος τον εαυτό τους και αναπτύσσοντας την κατανόηση και τη συμπόνια για όλα τους τ’ αδέλφια, ώστε να γευθούν και αυτό το είδος ανώτερης και μόνιμης χαράς, που ίσως να μην το έχουν γευθεί αρκετά ακόμα, και παράλληλα να αποτελέσουν για τ’ αδέλφια τους φωτεινό παράδειγμα που, αν το μιμηθούν, θα νιώσουνε κι εκείνα τη χαρά της λευτεριάς.
[1] Το ενδιαφέρον και η συμπόνια μπορεί να είναι, εκτός από έμφυτα, και αποτέλεσμα εκπαίδευσης. Η αγάπη, συνεπώς, είναι μια ιδιότητα που μαθαίνεται με θέληση και μόχθο, δεν είναι μια ικανότητα που χαρίζεται από την «άδικη» φύση μόνο σε κάποιους ευνοημένους, όπως ήθελα για χρόνια να πιστεύω, για να έχω συγχωροχάρτι για την αδιαφορία μου για τα κοινά και για την τεμπελιά μου. Η τεμπελιά μου (δηλαδή ο φόβος και η άρνηση του νου να παραδεχθεί την ατέλεια του και την ανάγκη του να αλλάξει) δεν ήθελε να με αφήσει να εργαστώ για να αναπτύξω μέσα μου σωτήριες αξίες, όπως είναι το ενδιαφέρον, η κατανόηση, η συμπόνια, η συγχώρεση και η αγάπη, επειδή ήξερε πως αυτή η εργασία προϋπέθετε τη θυσία των αντίθετών τους συνηθειών (αντίστοιχα: αδιαφορία, εγωκεντρισμός, χρησιμοθηρία, μνησικακία και ιδιοτέλεια), οι οποίες μου ήταν γνώριμες και μου φαινόταν πως θα ήτανε για μένα μεγάλο ξεβόλεμα να τις χάσω. Δε χρειάζομαι, λοιπόν, συγχωροχάρτι βουτηγμένο μες στο ψέμα, προτιμώ να μου συγχωρήσω συνειδητά την τεμπελιά μου (δηλαδή το φόβο μου για την αλλαγή), την οποία μόλις τώρα ομολόγησα.
[2] Γιατί να σκιάσω με τον καταπιεστικό όγκο ενός φανταστικού χρέους κάτι που μου αρέσει και το θέλω τόσο πολύ και με γεμίζει με χαρά και αγαλλίαση όποτε το κάνω;