Η  Πολιτεία της  Λευτεριάς
Ένα ταξίδι Αλήθειας στα άδυτα του νου
με προορισμό την εσωτερική Ελευθερία.

Β10. Η αξία μου είναι δεδομένη, γιατί αγωνιώ;

«Υπάρχω, άρα αξίζω, λοιπόν. Δηλαδή, η αξία μου είναι δεδομένη, ανεξάρτητα από το πόσο καλή απόδοση θα έχω στον αγώνα της ζωής. Οι επιτυχίες μου δεν θα αυξήσουν την αξία μου, γιατί η αξία μου είναι η ίδια που ήταν και όταν ήμουν έμβρυο και δεν θα αλλάξει μέχρι να πεθάνω. Όμοια, και οι αποτυχίες μου δεν μπορούν να μειώσουν την αξία μου. Η αξία της προσωπικότητάς μου είναι μία ευθεία γραμμή, χωρίς καθόλου διακυμάνσεις, με μήκος ίσο με το μήκος της ζωής μου, όσο θα ζήσει αυτή η προσωπικότητα, από τη στιγμή που η ψυχή μου εισχώρησε μέσα στο έμβρυο μέχρι το φυσικό μου θάνατο που θα συμβεί με την αποχώρησή της από το σώμα μου.

«Αυτή η σταθερή αξία είναι απείρως μεγαλύτερη από την πρόσκαιρη αξία που μου προσθέτει ο θαυμασμός των αδελφών μου ή που μου αφαιρεί η απόρριψή τους. Το άπειρο μέγεθος της αξίας μου δεν οφείλεται τόσο στην ισόβια διάρκειά της όσο στη σπουδαιότητα και στην αιώνια διάρκεια του ευεργετήματος που προσφέρει στην ψυχή μου η ύπαρξή μου με την παρούσα ανθρώπινη μορφή μέσα σε αυτόν τον κόσμο.

«Γιατί, φεύγοντας από αυτόν εδώ τον κόσμο η ψυχή μου, δε θα πάρει μαζί της καμία άλλη επιτυχία παρά μόνο τη γνώση που θα έχει αποκτήσει και την ελευθερία που θα έχει μέσα της ανθίσει, και αυτό θα έχει γίνει απλά και μόνο χάρη στην ύπαρξη αυτής της μορφής, της προσωπικότητας, του εγώ μου, που υπάρχοντας και μόνο υπηρετεί την ψυχή μου σε αυτή τη ζωή, καθώς της δίνει εμπειρίες που είναι γι’ αυτήν ευκαιρίες για γνώση.

«Σύμφωνα με τα Μαθηματικά, ό,τι και να προσθέσεις στο άπειρο, παραμένει άπειρο, γι’ αυτό και η πρόσκαιρη εγκόσμια καταξίωση ή απαξίωση δεν διαφοροποιούν καθόλου το άπειρο μέγεθος της μίας και μοναδικής μου αξίας, που είναι η συνειδητή ή ασυνείδητη υπηρεσία που προσφέρω με την απλή ύπαρξή μου στα αιώνια ιδανικά της γνώσης, της ελευθερίας και της ευδαιμονίας της ψυχής μου και κατ’ επέκταση[1] όλων των αισθανόμενων όντων ολόκληρου του σύμπαντος κόσμου».

Γελά από χαρά τώρα ο νους, ανέλπιστη ανακούφιση τον βρήκε μετά από αυτές τις διαπιστώσεις. Ξαφνικά χάνει το νόημά της η κριτική που δέχεται εκ μέρους των αδελφών του και η συμφωνία ή διαφωνία τους με τα λόγια, τις ιδέες και τα έργα του. Χάνεται μαζί και η παλιά αγωνία του για το τι θα πουν, πώς θα τον κοιτάξουν, τι θα σκεφτούν για αυτόν, πώς θα τον κρίνουν και μήπως τον κουτσομπολέψουν.

Επίσης, χάνει το νόημά του ο επίμονος αγώνας του για περισσότερες κατακτήσεις από το μέσο αδελφό. Σβήνει η αγωνία του που μέτραγε το χρόνο μέρα με τη μέρα, καθώς έβλεπε τα χρόνια να περνούν και ακόμα να μην έχει μαζέψει το χρήμα και τη δόξα που πρόλαβαν και μάζεψαν άλλα νεότερα απ’ αυτόν αδέλφια του. Επιπλέον, εκλείπει το συναίσθημα της ζήλιας και του φθόνου, όχι επειδή πέτυχε τελικά περισσότερα από τους άλλους, μα επειδή κατάλαβε πως για λόγους άσχετους από τη δική του καπατσοσύνη ή ανικανότητα ήταν, είναι και θα είναι ακριβώς το ίδιο άξιος όσο εκείνα τ’ αδέλφια του που τόσα χρόνια ζήλευε για τις μεγάλες τους εγκόσμιες χαρές και επιτυχίες.

Πέρα απ’ αυτά, εξαφανίζονται μεμιάς και η οργή, η απόγνωση και η αυτομομφή για τις λάθος επιλογές του παρελθόντος που του στέρησαν τις πολυπόθητες επιτυχίες, γιατί το κυνήγι των επιτυχιών έγινε τώρα για το νου ένα απλό παιδικό παιχνίδι, από την έκβαση του οποίου δεν εξαρτάται καθόλου η αυτοεκτίμησή του όπως παλιά. Συνεχίζει, όμως, να το παίζει αυτό το παιχνίδι με τους συμπαίκτες του, τ’ αδέλφια του, χωρίς άλλο καημό για νίκη και πόθο για δόξα, αλλά απλά και μόνο επειδή τα αγαπά τ’ αδέλφια του και πάλλεται από μέγιστη χαρά σαν τους μιλά και του μιλούν και βρίσκεται κοντά τους με αφορμή ετούτο το παιχνίδι.

Τώρα που οι αξίες του επανατοποθετήθηκαν και άλλαξαν ριζικά, ο νους χαίρεται και για κάτι άλλο ακόμα, που είναι πολύ σημαντικό: o παλιός αντίπαλος, ο «άλλος», από αντικείμενο ζήλιας ή απομύζησης χαράς, έγινε τώρα «αδελφός», αντικείμενο ενδιαφέροντος, φιλίας, αγάπης και ευσπλαχνίας, αξίες αλληλεγγύης απαραίτητες για τον ίδιο και για όλα του τ’ αδέλφια μέσα στον άγνωστο ετούτο κόσμο το σκληρό και αντίξοο, όπου βρεθήκαμε όλοι μαζί για λίγα χρόνια – και όχι για μια ζωή αιώνια, που λαθεμένα νόμιζε παλιά, σαν ήταν νεαρός και άπειρος ακόμα ο νους, πως θα ’χε τόση διάρκεια μεγάλη αυτή η ζωή που άξιζε όλος ο πόνος και ο καημός για την υλική και συναισθηματική εξασφάλιση του μέλλοντός της.

Θυμήθηκε τώρα τον εαυτό του ο νους, όπως ήταν τότε, σκοτισμένος, με παρωπίδες, αγέλαστος, φανατισμένος, πολλές φορές αντιπαθής και απάνθρωπος, και συμμερίζεται τις τότε αγωνίες του, τον συμπονά, του χαμογελά με κατανόηση και στοργή και λέει σε εκείνον τον βασανισμένο εαυτό του παρελθόντος: «Θα δεις, θα ‘ρθεί μια μέρα που όλα αυτά δε θα σε καίνε και που ανάλαφρα θα παίζεις μες στον κόσμο, χωρίς αγωνίες και καημό, μα με χαρά για το ίδιο το παιχνίδι με τ’ αδέλφια σου». Και τον βλέπει εκείνον τον τοτινό εαυτό του να γλυκαίνεται και να ησυχάζει, καθώς ο νους του αποκόπτεται για λίγο από τα χίλια μύρια μάταια βάσανα που τον συσκότιζαν και παραιτείται από τον ανώφελο αγώνα να αποδείξει ότι αξίζει και να αναγνωριστεί από τους άλλους. Θεραπεύει έτσι ο νους το παρελθόν του εαυτού του. Με αυτόν τον τρόπο βάζει γερές βάσεις μέσα του για τη νέα υγιή αντίληψή του σχετικά με τις αξίες αυτού του κόσμου.

Παραθέτω εδώ ένα απόσπασμα από τους «Άθλιους» του Βίκτωρα Ουγκώ σχετικά με το θέμα της αξίας, που συχνά την μπερδεύουμε με την επιτυχία:

«Ζούμε μέσα σε μια κοινωνία σκοτεινή. Να επιτύχεις! Αυτό είναι το μόνο παράγγελμα που πέφτει σταγόνα-σταγόνα, από τη διαφθορά που κυριαρχεί.

«Ας το πούμε ωστόσο κι αυτό, η επιτυχία είναι πράγμα αρκετά σιχαμένο. Η ψεύτικη ομοιότητά της με την αξία, ξεγελά τους ανθρώπους. Για το πλήθος, η επιτυχία έχει την ίδια όψη με την υπεροχή. Η επιτυχία, η παραποίηση αυτού του ταλέντου, ξεγελά πολλές φορές και την ιστορία. Μόνο ο Ιουβενάλης κι ο Τάκιτος[2] τη μαστιγώνουν. Στις μέρες μας, μια φιλοσοφία σχεδόν επίσημη έχει μπει στην υπηρεσία της επιτυχίας και δουλεύει στους αντιθαλάμους της· θεωρία της είναι η επιτυχία. Η επιτυχία έχει βοηθό την επιδεξιοσύνη. Κερδίστε στο λαχείο και θα θεωρηθείτε αμέσως άνθρωπος άξιος. Όποιος θριαμβεύει, δοξάζεται. Γεννήσου πλούσιος κι είσαι άνθρωπος θαυμαστός. Σε θέλει η τύχη, τα ’χεις όλα· αν ευτυχήσεις θα σε θεωρήσουν μεγάλο. Έξω από πέντε ή έξι εξαιρέσεις τεράστιες, που λαμπρύνουν όλο τον αιώνια, ο θαυμασμός των συγχρόνων για τους άλλους είναι αληθινή βλακεία. Το επιχρύσωμα περνά για καθάριο χρυσάφι. Αν είσαι ο πρώτος τυχαίος, αυτό δεν ενοχλεί κανένα, φτάνει να ’χεις επιτύχει. Ο χυδαίος ναρκισσίζεται, λατρεύει ο ίδιος τον εαυτό του και χειροκροτεί το χυδαίο. Τη μεγαλοφυΐα, το τεράστιο αυτό προτέρημα του Μωυσή, του Αισχύλου, του Ντάντε, του Μιχαήλ Άγγελου ή του Ναπολέοντα, το πλήθος τη μοιράζει αμέσως με μια φωνή στον καθέναν, που πετυχαίνει τον οποιοδήποτε σκοπό του. Αν ένας συμβολαιογράφος γίνεται βουλευτής, αν ένας ευνούχος αποχτά χαρέμι δικό του, αν ένας φαρμακοποιός βρήκε να κάνει από καρτόνι μεντζεσόλες για το στρατό και κερδίζει τετρακόσιες χιλιάδες φράγκα εισόδημα, ένας υπηρέτης καφενείου ζευγαρώνεται με την τοκογλυφία και γίνεται πλούσιος, ένας αναγνώστης γίνεται δεσπότης γιατί ψάλλει με τη μύτη, ένας οικονόμος σε πλούσιο σπίτι πλουταίνει τόσο, που τον κάνουν υπουργό των Οικονομικών – αυτούς όλους οι άνθρωποι τους ονομάζουν μεγαλοφυΐες. Έτσι, με τους αστερισμούς τ’ ουρανού συγχύζουν τ’ αστέρια που κάνουν οι χήνες στη λάσπη…»

(Εκδόσεις Δωρικός, Αθήνα 1968)



[1] (επειδή όλες οι ψυχές όλων των πλασμάτων είμαστε αδέλφια, συνοδοιπόροι πιασμένοι χέρι-χέρι στο δρόμο της ελευθερίας, και η μία «τραβάει» την άλλη με κάθε της βήμα, συνειδητά ή ασυνείδητα)

[2] Ιουβενάλης και Τάκιτος: Ρωμαίοι συγγραφείς, σατιρικός ποιητής ο πρώτος (60-140μ.Χ.), σαρκαστής των ελαττωμάτων της αυτοκρατορικής Ρώμης, ιστορικός ο δεύτερος (55-120 μ.Χ.) και χρονικογράφος.

Μοιράσου το στα social media