Η  Πολιτεία της  Λευτεριάς
Ένα ταξίδι Αλήθειας στα άδυτα του νου
με προορισμό την εσωτερική Ελευθερία.

Β19. Ο νους ταπεινώνεται για να ελευθερωθεί.

Καθώς παραδέχτηκε την απόλυτη αδυναμία του να εκβιάσει εσωτερικές αλλαγές, ο νους ένιωσε ένα πολύτιμο συναίσθημα, που λιγοστές φορές τού έχει δοθεί η ευκαιρία να νιώσει: τη χαρά της ταπείνωσης, την απελευθέρωση από το εγώ του ικανού που όλα οφείλει να τα γνωρίζει και όλα πρέπει να τα καταφέρνει, για να μην πέσει η υπόληψή του στα μάτια του εαυτού του και στα μάτια των αδελφών του.

«Δέχομαι ότι μπορεί και να είμαι ο έσχατος όλων»[1], παραδέχεται τώρα ο νους και ανασαίνει με ανακούφιση. «Δεν οφείλω να είμαι εγώ ο πιο ικανός, δεν πρέπει οπωσδήποτε να γίνω ο μπροστάρης των αλλαγών που θα συντελεστούν είτε μέσα μου είτε έξω από μένα. Εμπιστεύομαι ολοκληρωτικά την αθόρυβη και ειρηνική μεταμορφωτική δύναμη της γνώσης, η οποία, καθώς αυξάνεται και εμπλουτίζεται με το πέρασμα του χρόνου, από μόνη της φέρνει τις αλλαγές. Δέχομαι με χαρά την ταπείνωση του εγώ μου, που πολύ θα ήθελε να καταφέρει μόνο του να αλλάξει τον εαυτό μου και τον κόσμο κι έτσι να δοξαστεί και να θεωρηθεί αξιοθαύμαστο. Απαλλάσσομαι έτσι, επιτέλους, από τη χρονοτριβή και τον πονοκέφαλο και την πίεση που ήθελε ώρες-ώρες να μου πετάξει τα μάτια έξω από τις κόγχες, κάθε φορά που έβλεπα ότι το κατεστημένο αντιστέκεται».

Και το κατεστημένο δε βρίσκεται μόνο μέσα του. Βρίσκεται εξίσου και έξω από αυτόν, μέσα στα εγκόσμια αδέλφια του, που τόσο συχνά έχουν αρνηθεί ή αδιαφορήσει να αλλάξουν για να βελτιωθούν, προκαλώντας του θλίψη, θυμό, απογοήτευση ή ακόμα και απόγνωση. «Δέχομαι ταπεινά πως δεν είμαι εγώ αυτός που θα διδάξει ή θα νουθετήσει κανέναν αδελφό ή αδελφή. Άλλωστε, τι περισσότερο γνωρίζω εγώ, για να μπορώ να διδάσκω; Μόλις πρόσφατα βρήκα κάπου βαθιά μέσα στα σκοτεινά μου υπόγεια μια ξεχασμένη σκουριασμένη λίμα κι έχω αρχίσει δειλά-δειλά να λιμάρω τα κάγκελα της φυλακής μου, τι ανοησία είναι κι αυτή να θέλω να διδάξω όλο τον κόσμο πώς να ελευθερωθεί!

«Με την ημιμάθειά μου μόνο σύγχυση μπορώ να προκαλέσω στ’ αδέλφια μου, γιατί δε γνωρίζω σχεδόν τίποτα για τη δική τους εσωτερική πραγματικότητα. Μπορώ μόνο να υποθέσω ότι μάλλον θα πρέπει να μοιάζει με τη δική μου. Κρίνοντας όμως εξ ιδίων τα αλλότρια, μπορεί να υποπέσω σε πολύ εσφαλμένες εκτιμήσεις και να δώσω εντελώς λάθος οδηγίες, που δε θα ταιριάζουν καθόλου στην ειδική κατάσταση ορισμένων αδελφών μου. ‘Εν οίδα, ότι ουδέν οίδα’, όπως είπε ο σοφός αδελφός Σωκράτης. Γι’ αυτό, ‘η σιωπή είναι χρυσός’.

«Ας θυμάμαι ότι πάντα όποτε ανοίγω το στόμα μου για να δώσω μια συμβουλή, όσο σωστή και αν είναι, όσο και αν το κίνητρό μου είναι η αγάπη και το ενδιαφέρον για το καλό του αδελφού μου, πάντα υποκρύπτονται και ελλοχεύουν – έστω και με μειωμένη ένταση, αδιόρατα – τα πνευματικά δηλητήρια του ναρκισσισμού, της σύγκρισης, της υπεροψίας και της ανάγκης μου να καταξιωθώ στη συνείδηση των αδελφών και να εισπράξω το θαυμασμό, την ευγνωμοσύνη ή ακόμα και τη λατρεία τους για το πρόσωπό μου, επειδή πάντα και ασταμάτητα αναζητώ ασυνείδητα τρόπους για να ισοφαρίσω τις αμέτρητες ώρες αυτολύπησης του παρελθόντος ώστε να θεραπεύσω την πληγωμένη μου αυτοεκτίμηση με τρόπο άμεσο μα φρούδο. Ας μην ξεχνώ, λοιπόν, κάθε φορά που δίνω μία συμβουλή, να ομολογώ αυτήν την αναπόφευκτη αλήθεια, που δεν είναι παρά ένα φυσιολογικό, αναπόσπαστο, νόμιμο και επιτρεπόμενο μέρος της ανθρώπινης φύσης μου.

«Το μόνο που μπορώ – και λόγω συντροφικότητας οφείλω[2] θέλω – να μεταφέρω στ’ αδέλφια μου είναι το δικό μου παράδειγμα, το πώς αγωνίζομαι εγώ να ελευθερωθώ από τη δική μου φυλακή, και αυτό χωρίς προσδοκία να το ακολουθήσει κανείς, χωρίς την απαίτηση ούτε καν να το ακούσει, επειδή η μέθοδός μου μπορεί να μην ταιριάζει σε κανέναν άλλο εκτός από μένα και μπορεί κανείς να μην ενδιαφερθεί να ενημερωθεί γι’ αυτήν. Δε θα έχει νόημα τότε ούτε να νιώσω ότι απέτυχα, ούτε να θεωρώ ότι οι άλλοι έχασαν την ευκαιρία της ζωής τους μη ακολουθώντας με. Γιατί τότε θα έχω χάσει την ταπεινότητά μου και μαζί της θα έχει χαθεί και η ελευθερία που αυτή μου παρέχει, άσε που θα έχω φορτώσει άδικα τ’ αδέλφια μου με ένα σωρό αρνητικές σκεπτομορφές.

«Ομολογώ, λοιπόν, τη φιλοδοξία μου να εγκρίνουν τα αδέλφια μου ετούτο το γραπτό και την προσδοκία μου να βοηθηθούν διαβάζοντάς το. Αναγνωρίζω πως αυτή η φιλοδοξία μου δεν είναι τίποτα άλλο παρά μία δικαιολογημένη ανώριμη επιθυμία μου, που οφείλεται αποκλειστικά και μόνο σε συμπλέγματα κατωτερότητας ετών, που μάταια και ακόρεστα αναζητούν τη λύτρωση μέσα από το θαυμασμό των άλλων. Ας παραιτηθώ τώρα από αυτήν την επιθυμία και ας αφουγκραστώ απλά την ταπεινή ανάγκη μου να μοιραστώ τον αγωνιώδη αγώνα μου για λευτεριά με αδέλφια που την ίδια ώρα δίνουν – ή μπορεί και να μη δίνουν, εάν νιώθουν ήδη ελεύθερα – το δικό του προσωπικό αγώνα το καθένα. Εγκαταλείπω το εγώ του φιλόδοξου μεταρρυθμιστή εδώ και τώρα, παραδέχομαι με ανακούφιση ότι είμαι ανάξιος γι’ αυτό το ρόλο, και ας τον φλερτάρει η ματαιοδοξία μου, και αντ’ αυτού ενστερνίζομαι την ταπεινή μου αγωνία να έχω συντρόφους συνοδοιπόρους για αλληλοϋποστήριξη στον εσωτερικό μας αγώνα για τη λύτρωση από τα δεσμά μας».



[1] Δήλωση εμπνευσμένη από το ύψιστο παράδειγμα ταπεινότητας του φωτισμένου αδελφού Δαλάι Λάμα, καθώς και πολλών άλλων αγίων όλων των θρησκειών.

[2] «Οφείλω»: Άλλη μία εκδήλωση της ψυχαναγκαστικής αυτοκαταπίεσης του νου, που εντοπίστηκε άμεσα και αντικαταστάθηκε με το ειρηνικό «θέλω». Εξαναγκασμένη συντροφικότητα δεν μπορεί ποτέ να είναι πραγματική συντροφικότητα, μπορεί μόνο να είναι μια εμμονή του νου που με γεμίζει με μιζέρια και συρρίκνωση αντί χαρά και άνοιγμα καρδιάς, το ίδιο και τα αδέλφια μου προς τα οποία την απευθύνω.

Μοιράσου το στα social media