Έχοντας τελειώσει τη λυτρωτική ομολογία του, πλημμυρισμένος από τη χαρά της ταπείνωσης του εγώ του, ο νους τώρα ομολογεί και τη μύχια προσδοκία του να θαυμαστεί ο πιο πάνω ταπεινός του λόγος από όμορφες μαγευτικές γυναίκες που ακούγοντάς τον θα τον ερωτευθούν και θα ποθήσουν να τον πάρουν μέσα τους και να δονηθούν ερωτικά από το κορμί του. Παραδέχεται πως του είναι δύσκολο να αποβάλει αυτήν την υποκριτική υστεροβουλία, δεν είναι ακόμα σε θέση να τη θυσιάσει ολοκληρωτικά, γιατί είναι ακόμα πεινασμένος, δεν έχει πεισθεί ακόμα απόλυτα ότι μπορεί ποτέ να νιώσει εντελώς χορτάτος και πλήρης αφεαυτού χωρίς να λάβει αρκετές φορές ακόμα αυτήν την, ομολογημένα πλέον, μάταιη επιβεβαίωση του ανδρικού εγωισμού που απεγνωσμένα αποζητά από τότε που θυμάται τον εαυτό του, από πολύ πριν μπει στην εφηβεία.
Λες και, αν οι εγκόσμιες καλλονές τον λατρέψουν και τον ποθήσουν για εραστή τους, θα σβήσει από μέσα του όλος ο παλιός καημός της απόρριψης που έχει εισπράξει από διάφορα αδέλφια στη ζωή του, σερνικά και θηλυκά, και θα χαθούν διαμιάς όλες οι αγωνίες του για καταξίωση μέσα στον κόσμο, και οι δικές του και των προγόνων του. Γνωρίζει, βέβαια, πως αυτό είναι σκέτη ουτοπία, μα δεν μπορεί ακόμα να την εγκαταλείψει ολοκληρωτικά, ακόμα κάπου μέσα του ελπίζει πως ετούτη η καταξίωση θα τον λυτρώσει, και ας έχει αποδειχθεί το αντίθετο στο παρελθόν. «Τις πραγματικά ωραίες, τις ελεύθερες και ακμαίες δεν τις κατέκτησα», σκέφτεται, «γι’ αυτό δε λυτρώθηκα με τις πολλές[1] παλιές μου κατακτήσεις».
Δε φαίνεται να έχει πεισθεί ακόμα απόλυτα πως, σαν κατακτήσει όλες τις αδελφές γυναίκες και τις γνωρίσει από κοντά, θα πάψει να τις θαυμάζει και θα του φαίνονται λιγότερο «ωραίες, ελεύθερες και ακμαίες» από όσο φαντάζουν αρχικά στα θαμπωμένα από την προσδοκία μάτια του. Επιμένει να διατηρεί τις αμφιβολίες του, αν και όλες οι ενδείξεις τού υπαγορεύουν το αντίθετο, επειδή προφανώς δεν μπορεί να εγκαταλείψει ακόμα την προσδοκία ότι θα βρεθεί η τέλεια γυναίκα που θα αναλάβει αντί γι’ αυτόν τη δύσκολη υπόθεση του απεγκλωβισμού του από τους ιστούς της δυστυχίας που μόνος του έχει πλέξει μέσα στα χρόνια της παλιάς μεμψιμοιρίας. Είναι φανερό ότι δε θέλει ακόμα ο νους να θυσιάσει την παλιά οκνηρία του ούτε να ομολογήσει τους φόβους που αυτή υποκρύπτει, και γι’ αυτό ελπίζει ακόμα πως θα ακουμπήσει όλο του το βάρος σε μία γυναίκα και δε θα χρειαστεί να εργαστεί με σθένος και κουράγιο για την πολυπόθητη αποδέσμευσή του.
Συγχωρεί τώρα στον εαυτό του την υποκρισία που εντόπισε κατά τη διάρκεια της συγγραφής του πιο πάνω γράμματος προς την εγκόσμια μαγευτική γυναίκα, τη δικαιολογεί και παύει να τη θεωρεί με βδελυγμία ως ανέντιμη και γλοιώδη, την κοιτάζει τώρα με πατρική στοργή και κατανόηση. Αναγνωρίζει ως αιτία της το παλιό παράπονο το κληρονομημένο από τους προγόνους, που του έχει σημαδέψει τη ζωή και του έχει στερήσει τη χαρά της αυτοπεποίθησης, τον έχει κάνει να νιώθει μέτριος και φοβισμένος σε όλα, στον έρωτα, στο επάγγελμα, στις ανθρώπινες σχέσεις, και να βιώνει την ανεπάρκεια και την ηττοπάθεια σε όλες τις εκδηλώσεις της ζωής.
Αποθέτει τώρα στα ιερά πόδια της αγαπημένης του Θείας Μητέρας και το παράπονο και την υποκριτική συμπεριφορά στην οποία το παράπονο πάμπολλες φορές τον έχει οδηγήσει. Εισπράττει από Εκείνη την απέραντη συγχώρεσή Της και ησυχάζει έτσι από τις ενοχές για την υποκρισία. Εισπράττει, επίσης, την απέραντη Αγάπη Της και βλέπει για πρώτη φορά ελπίδα να του φύγει το παράπονο χάρη στη νοητή αγκαλιά Της, ακόμα και αν δεν υλοποιηθεί η τρελή του φαντασίωσή να πέσουν στα πόδια του γονυπετείς οι κόρες της οι καλλονές όλου του κόσμου φλογισμένες από το πάθος τους γι’ αυτόν και να τον παρακαλέσουν να γίνει ο εραστής τους και να τους επιτρέψει να αφοσιωθούν σε αυτόν δια βίου.
Τέλος, εισπράττει από τη Θεία Μητέρα τη θεία κατανόηση και συγχώρεση για την οκνηρία του που τον κάνει ακόμα να ελπίζει πως θα βρει τη λύτρωση μέσα στην καταξίωση που θα του προσφέρει ο έρωτας μιας εγκόσμιας μαγευτικής γυναίκας. «Αφού η Δημιουργός μου με συγχωρεί, μπορώ κι εγώ να σταματήσω να μέμφομαι τον εαυτό μου γι’ αυτήν την οκνηρία μου», συλλογίζεται και γαληνεύει. Μέσα σε αυτή τη γαλήνη θα μπορέσει η σημερινή ομολογία να αποδώσει με το πέρασμα του χρόνου τούς καρπούς της, οι οποίοι δεν θα είναι παρά μία ελάχιστη μεταβολή στη συνείδηση του νου μου, που είναι όμως αρκετά ικανοποιητική σαν αποτέλεσμα για τον πνευματικό αγώνα[2] μίας ημέρας.
[1] «Πολλές»: λέξη επιτηδευμένα τοποθετημένη από το νου δήθεν μέσα στη ροή του λόγου, σε μια μάταιη όσο και ματαιόδοξη προσπάθειά του να χρυσώσει το χάπι, να παρηγορηθεί ότι τουλάχιστον κατέκτησε πολλές, κι ας μην ήταν οι πιο σπουδαίες που υπήρχαν, αλλά και για να μη σκεφτεί το αναγνωστικό κοινό ότι δεν κατάφερε και τίποτα στο θέμα της γυναίκας. Ομολογεί τώρα το φθηνό του κόλπο, χαμογελά με κατανόηση για την αφέλειά του και ησυχάζει.
[2] «Αγώνας»: Η επιλογή αυτής της λέξης, που θυμίζει τη λέξη «αγωνία», δείχνει εμφανώς για μια ακόμα φορά τη βαθιά ριζωμένη πεποίθηση του νου ότι όλα σε αυτόν τον κόσμο είναι δύσκολα και απαιτούνε μόχθο. Παρόλα αυτά, διατηρώ αυτή τη λέξη, επειδή έχει και θετική χροιά: μου αρέσει να αγωνίζομαι και να προχωράω βήμα-βήμα ένα έργο που έχω αναλάβει. Τόσο ο ίδιος ο αγώνας όσο και το αποτέλεσμά του με συναρπάζουν. Επιπλέον, η λέξη «αγώνας» μπορεί και να σημαίνει «άγω το νου», δηλαδή τον καθοδηγώ στην ατραπό της λευτεριάς. Αυτό από μόνο του είναι αρκετός λόγος για να την κρατήσω και να μην την απορρίψω.
