Παρατήρησε στη συνέχεια ο νους την αμέσως επόμενη αυτόματη, προβλέψιμη, σχεδόν καθιερωμένη σκέψη του: «Και τώρα που τα είδα όλα αυτά, τι χρειάζεται να κάνω για να τα αλλάξω και να γίνω ελεύθερος κι ευτυχισμένος;»
Ευτυχώς, αυτή τη φορά συνειδητοποίησε άμεσα την παγίδα του εσωτερικού πολέμου στην οποία κόντεψε πάλι να πέσει. Ανακουφισμένος που είδε το πρόβλημα στη γένεσή του, παραιτήθηκε από την πολεμοχαρή απαίτηση να αλλάξει. Στη θέση της έσπειρε την ειρηνική συμφιλίωση με τη σκλαβιά του και περίμενε με εγκαρτέρηση να δει την επόμενη εικόνα που θα του διεύρυνε τη γνώση.
Ήταν ανοικτός προς όποια εικόνα και αν του εμφανιζόταν, ακόμα και αν θα ήταν φαινομενικά άσχετη με το θέμα της σχέσης του με την εγκόσμια μαγευτική γυναίκα. Αφέθηκε με απόλυτη εμπιστοσύνη στο θέλημα της Θείας Μητέρας και πίστεψε πως, όποια εικόνα κι αν του στείλει, αυτή θα είναι το κατάλληλο γι’ αυτόν επόμενο κομμάτι γνώσης.
Βρέθηκε σύντομα νοερά στα Χάνια του Πηλίου. Εκεί πληροφορήθηκε από τους ντόπιους πως οι παλιοί γνωστοί του, φίλοι του μακαρίτη του πατέρα του, είχαν όλοι πεθάνει[1]. Στην άκρη μιας απόκρημνης πλαγιάς κτισμένο το χάνι, και μια βρύση εκεί στην άκρη της αυλής, που τρέχει εδώ και έναν αιώνα ασταμάτητα παγωμένο κρυστάλλινο νερό.
Πίσω από τη βρύση έβλεπες παλιά μόνο απόκρημνες πλαγιές κατάφυτες από τη μαγευτική χλωρίδα του Πηλίου. Τώρα, όμως, είχαν κτίσει ένα τοιχίο που έκοβε τη θέα και δεν άφηνε ούτε το φως του ήλιου να περάσει, να φωτίσει την αυλή. Το τοιχίο τον στεναχώρησε πολύ το νου και απόρησε ποιος χαζός το έκτισε και έκοψε τη θέα και το φως. Αμέσως τότε το τοιχίο εξαφανίστηκε και έγινε το μέρος ίδιο όπως ήτανε παλιά.
Πλησίασε στην άκρη της αυλής. Στα πόδια του απλωνόταν η απόκρημνη πλαγιά, μακριά κάτω στο βάθος τρομακτική και συνάμα ελκυστική η καταπράσινη χαράδρα. Ένιωσε ξανά τη γνώριμη αγωνιώδη επιθυμία να κατακτήσει τα βουνά, να μπορούσε με λίγες δρασκελιές να τα γυρίσει όλα, να χωθεί και να χαθεί μέσα στ’ απόκρημνα τα δάση, όπως ο Ταρζάν και ο Μόγλης, αψηφώντας τους περιορισμούς του σώματός του.
«Πήδα!» άκουσε μια φωνή μέσα του. Φοβόταν μη χαθεί, μα πήδηξε, έχοντας εμπιστοσύνη στη Θεία Μητέρα. «Αυτή ξέρει, ας μην αμφιβάλλω», σκέφτηκε. Με ένα σάλτο βρέθηκε στο πιο βαθύ σημείο της χαράδρας.
Ο εσωτερικός Παρατηρητής του είχε παραμείνει στην αυλή μπροστά στο χάνι, για να διατηρήσει την πανοραμική θέα που είχε από την αρχή. Έβλεπε από μακριά τον εαυτό του στο βαθύτερο σημείο της απέναντι πλαγιάς να αρχινά την αναρρίχηση.
«Γδύσου», του είπε η Θεία Μητέρα, και αυτός υπάκουα αμέσως έβγαλε και πέταξε όλα του τα ρούχα. Ολόγυμνος αναρριχητής, άρχισε να πιάνεται με χέρια και με πόδια από μικρές προεξοχές και να ανεβαίνει γοργά με σιγουριά τον κατακόρυφο το βράχο. Οι μύες δεν κουράζονταν, γιατί ο νους πίστευε απόλυτα σε αυτό που έκανε, πίστευε στον εαυτό του. Έλξεις από δύσκολες στάσεις που στην καθημερινότητα του φαίνονται αδύνατες είχανε γίνει γι’ αυτόν παιχνιδάκι.
Ο νους είχε αποκλειστικά προσηλωθεί στο δεξιό ημισφαίριο του εγκεφάλου, και έτσι δεν ήταν επιρρεπής στη λογική, το σώμα παρακινιόταν μόνο από την υπέρλογη φαντασία του νου. Κάποια στιγμή θέλησε να κοιτάξει κάτω και τρόμαξε πολύ, γιατί η λογική έσπειρε στο νου αμφιβολίες. Παρατήρησε τότε ότι είχε ξεχαστεί και είχε προς στιγμή εστιαστεί στο αριστερό ημισφαίριο του εγκεφάλου, παρασυρμένος από τη στιγμιαία διέγερση της λογικής, που του ψιθύρισε ότι αυτό που έκανε ήταν τρέλα.
Την ώρα εκείνη είχε φτάσει στα μισά του δρόμου και στεκότανε με τους γυμνούς γλουτούς του καθισμένους σε ένα γλιστερό κατηφορικό βραχάκι με διαθέσιμη επιφάνεια λίγων μόνο εκατοστών. Τα πόδια του κρέμονταν στο κενό, χωρίς να έχουν τα χέρια από πού να πιαστούν. Πάνω από το κεφάλι του υπήρχε ένας βράχος που προεξείχε με ανάποδη κλίση. Να πισωγυρίσει δεν μπορούσε. Αν πάλι καθόταν εκεί, δε θα άντεχε για πολύ, θα γλιστρούσε και θα γκρεμιζόταν. Συνειδητοποίησε τότε την πλάνη στην οποία τον είχε οδηγήσει η λογική του, που από ανασφάλεια τον διέβαλλε και του παρουσίαζε το εφικτό ως ανέφικτο.
Επανέφερε τότε αμέσως την πίστη του στη Θεία Μητέρα και εστιάστηκε ξανά στο δεξί ημισφαίριο του εγκεφάλου. Άσκεπτα[2] και χωρίς περιττές αμφιβολίες, ενεργοποίησε μέσα του την ενυπάρχουσα αιλουροειδή του φύση, κύρτωσε για λίγο τον κορμό και αμέσως εκτινάχθηκε με εμπιστοσύνη με τη δύναμη των γλουτών και της σπονδυλικής του στήλης και πιάστηκε από μια μικρή προεξοχή του βράχου που προεξείχε πάνω από το κεφάλι του.
Βρέθηκε προς στιγμή κρεμασμένος από το ένα χέρι ολόγυμνος να αιωρείται πάνω από το κενό. Απόλαυσε για λίγο την απόλυτη ελευθερία από τα δεσμά του φυσικού του σώματος, καθώς ο ήλιος ζέσταινε και ο αέρας χάιδευε το ελεύθερο ζωντανό και ανάλαφρο γυμνό κορμί του. Με μια γρήγορη και εύκολη έλξη έφερε το άλλο του χέρι κοντά σε άλλη προεξοχή και το δεξί του πόδι στην επόμενη.
Συνέχισε την ανοδική πορεία με την ίδια σωματική ευελιξία και νοητική ευστροφία που του χάριζε η προσήλωσή του στη δημιουργική φαντασία, που ήταν προϊόν της απεριόριστης εμπιστοσύνης του στην Αγάπη και τη Σοφία της δημιουργού του Θείας Μητέρας.
Λίγο πριν φτάσει στο πλάτωμα της κορυφής πιάστηκε από μια ρίζα που είχε πεταχτεί μέσα από τα βράχια, μαρτυρώντας την ύπαρξη ζωής και τη δίψα ενός δέντρου να τραφεί όχι μόνο από τη Μητέρα Γη μα και από το φως του ήλιου και τον άνεμο με θρεπτική αιθέρια κοσμική ουσία, δώρο της Θείας Μητέρας του φερμένο από τα πέρατα του σύμπαντος.
[1] Ο πατέρας μου και οι φίλοι του είναι ξεκάθαρα σύμβολα του παλιού τρόπου σκέψης και δράσης του νου, ο οποίος οφειλόταν στη διαιωνιζόμενη άγνοια και τώρα έχει και αυτός πεθάνει όπως κι εκείνοι.
[2] «Άσκεπτα» σημαίνει με τέλεια απουσία κάθε σκέψης και αμφιβολίας, δηλαδή με απόλυτη ελευθερία από τα δεσμά της λογικής. Δεν έχει καμία σχέση με το «απερίσκεπτα», που σημαίνει με επιπολαιότητα, δηλαδή με βιαστικές, επιφανειακές, αγχώδεις και ανεύθυνες σκέψεις, οι οποίες, αντίθετα από τον άσκεπτο τρόπο ύπαρξης, γεννιούνται μες στο νου από την ανασφάλεια και τις αμφιβολίες που προκαλεί η λογική.
