Η  Πολιτεία της  Λευτεριάς
Ένα ταξίδι Αλήθειας στα άδυτα του νου
με προορισμό την εσωτερική Ελευθερία.

Α21. Ο νους με κρίνει αθώο λόγω άγνοιας.

Ο νους, λοιπόν, φοβάται τη μουντή θλίψη του γκρίζου, τη θέλει την αυτομομφή για να δίνει χρώμα στη ζωή του, γι’ αυτό διστάζει και δεν τολμά να αθωώσει εδώ και τώρα τον εαυτό του. Μα τώρα που περιέγραψε αναλυτικά και είδε κατάφατσα το φόβο του αυτόν και τη βαθύτερή του αιτία, έχασε αυτός τη δύναμή του και δεν ορίζει πια τις επιλογές του νου μου.

Αστραφτερή φεγγοβολιά κατέρχεται, σπινθηρισμός στα κύτταρα του εγκεφάλου, και ο νους ανοίγει αυθόρμητα την ανέκαθεν ανοικτή πόρτα προς την αυθεντική ζωή και χωρίς δεύτερη σκέψη τρέχοντας τολμάει σάλτο μορτάλε στο κενό, πήδημα θανάτου παλιών συνηθειών, εγκαταλείποντας οριστικά τη μουχλιασμένη πυργοκαλύβα των αιθέρων, την κτισμένη από αγωνίες και καημούς πάνω στα σύννεφα των φόβων.

Και μόλις ο νους πήδηξε, η πυργοκαλύβα εξαφανίστηκε, εξαϋλώθηκε, γιατί δεν είχε πια ένοικο για να δικαιολογεί την ύπαρξή της. Ή, μάλλον, για να το πούμε πιο σωστά, δεν είχε πια ένοικο να δημιουργεί και να συντηρεί την ύπαρξή της. Τα σύννεφα των φόβων διαλύθηκαν κι αυτά ακαριαία, σαν να μην είχανε ποτέ υπάρξει. Η μουχλιασμένη πυργοκαλύβα και τα πυκνά σύννεφα ήταν όλα γεννήματα των φόβων που κρατούσανε το νου μακριά από τη Γη, έξω από τη ζωή! Το συνειδητοποιεί και γελά τώρα ελεύθερος ο νους, και η χαρά του είναι απείρως μεγαλύτερη από τη θλίψη για τα «χαμένα χρόνια» που δεν τον ενδιαφέρουν πια.

Πετάει με φιγούρες και ελιγμούς κατευθυνόμενος στη Γη, σχίζει τον αγέρα χαρούμενος για την πρωτόγνωρη χαρά που τώρα ζει σ’ αυτήν την πτήση και για όσα πρόκειται εκεί κάτω στη Γη να ζήσει, να πράξει και να δημιουργήσει, συντροφιά με τ’ αδέλφια του. Νέα αλλιώτικα βιώματα τον περιμένουν, που θα του δώσουν τη βαθιά διαρκή ευεξία της αλτρουιστικής ενδορφίνης, που θα υπερισχύσει έναντι της ατομιστικής αδρεναλίνης, του φθηνού υποκατάστατου ευτυχίας στο οποίο νόμιζε πως είχε ισοβίως εθισθεί. Ο υπολογιστικός εγωκεντρικός αριστεροκέφαλος θα γίνει ένας ευφάνταστος ευσπλαχνικός δεξιοκέφαλος, και ο νους σύντομα θα ισορροπήσει τελικά κάπου ανάμεσα στα δύο ημισφαίρια του εγκεφάλου, εκεί όπου βρίσκεται η γαλήνη και εδράζεται η πύλη του συμπαντικού φωτός και της χαράς.

Η διαρκής χαρά της αρμονικής συνεργασίας με την ομάδα τον περιμένει, οι ανεξέλεγκτες συναισθηματικές εξάρσεις του αυτοκαταναλισκόμενου ατομικισμού αποτελούν πια παρελθόν. Έτσι, ο νους δεν τρέμει πια στην ιδέα του κενού που υπάρχει έξω από το ίδρυμα του φόβου, επειδή πολύ απλά είναι στο χέρι του να μην υπάρχει κενό, μα να υπάρχει μόνο ζεστή καρδιά, αδελφική αγάπη και φροντίδα, που όχι μόνο δε θα αφήνουν μέσα του κενό, μα θα ξεχειλίζουν κιόλας για να ευφραίνουν και τα γύρω του αδέλφια.

Συντελέστηκε, λοιπόν, με τρόπο πανηγυρικό και θεαματικό, και συνάμα απλό και αθόρυβο, η αθώωση του νου για τα «χαμένα χρόνια» τα γεμάτα προσκόλληση και εμμονή σε πρότυπα, προκαταλήψεις, πεποιθήσεις, προσδοκίες, φόβους, αγωνίες και αυτομομφή. Κι ενώ συνεχίζει να πετά με κατεύθυνση τη Γη, δε χάνει ευκαιρία και εισέρχεται ξανά νοερά μέσα στην καρδιά, αφουγκράζεται για λίγο τους αγγελιοφόρους κτύπους της, γεμίζει δύναμη από το σταθερό και τακτικό παλμό τους, παίρνει βαθιά ανάσα αποφασιστικότητας και αρχίζει μια σύντομη αναδρομή σε μερικά από τα πιο παλιά και δύσοσμα κελιά της εγκαταλειμμένης πλέον φυλακής του, για να εμπεδώσει καλύτερα την καινούργια ελευθερία του. Λέει στον εαυτό του:

  • Δε φταις εσύ που νόμισες πως η αρρώστια και ο θάνατος είναι μεγάλη δυστυχία. Οι γονείς σου αυτό πιστεύανε, το πίστεψες κι εσύ. Ούτε οι γονείς σου φταίνε, και αυτοί από άλλους το έμαθαν.
    (παύση για εμβάθυνση)
  • Δε φταις εσύ που έμαθες να φοβάσαι μην πονέσεις, μη στερηθείς, μην απολέσεις. Όλοι γύρω σου τους ίδιους φόβους είχαν, τους μιμήθηκες, αυτοί ήταν οι μόνοι προσιτοί και προσβάσιμοι δάσκαλοί σου.
    (παύση για εμβάθυνση)
  • Δε φταις εσύ που είσαι εύθικτος και που τα πόδια σου μουδιάζουν και το κεφάλι σου φουντώνει κάθε φορά που σε προσβάλλουν. «Για ένα κούτελο ζούμε», άκουγες από μικρός, και έβλεπες ακόμα και οικογένειες να διαλύονται από εγωισμό με πρόσχημα αυτό το κούτελο, ακόμα και φόνους είδες να γίνονται γι’ αυτό. Στην αρχή δεν καταλάβαινες προς τι όλα αυτά, τελικά τα ενσωμάτωσες στο κύτταρό σου και έτσι έπαψες να απορείς, δε σου φαίνονταν πια παράλογα και υπερβολικά, αν και ήταν.
    (παύση για εμβάθυνση)
  • Δε φταις εσύ που αδιαφορούσες μια ζωή για τις αγωνίες των αδελφών σου, γιατί σε εκπαιδεύσανε η μόνη σου προσήλωση να είναι στα εγκόσμια αποκτήματα και στις προσωπικές σου επιτυχίες. Δεν είχες μέσα στο πατρικό σου σπίτι σχεδόν καθόλου πρότυπα συμπόνιας, όλο πρότυπα αγωνίας για την ενδεχόμενη απώλεια και την πιθανή απόρριψη είχες.
    (παύση για εμβάθυνση)
  • Δε φταις εσύ που έμαθες να χωρίζεις τ’ αδέλφια σου με κριτήρια το φύλο, την κοινωνική θέση, το εισόδημα, τη μόρφωση και άλλες πολλές ταμπέλες. Όταν γεννήθηκες, δεν ήξερες τίποτα απ’ αυτά. Χωρίς να το ξέρεις τότε, ήξερες την αλήθεια, πως όλα αυτά στην πραγματικότητα είναι ανύπαρκτα, προκαταλήψεων δημιουργήματα πανάρχαια, διαιωνισμένα από τους φόβους των αδελφών σου όλων των εποχών. Μα βομβαρδίστηκες αλύπητα από πληροφορίες τρελές κι αβάσιμες, τις πίστεψες και όλη σου η εμβρυακή σοφία έγινε σκόνη, σκόρπισε στους αιθέρες, σαν να πέρασε μεμιάς στην πλήρη ανυπαρξία.
    (παύση για εμβάθυνση)
  • Δε φταις εσύ για τις ατέλειωτες ώρες απελπισίας που έχεις ζήσει μπροστά στο φανταστικό ενδεχόμενο της απόλυτης φτώχειας που καταλάμβανε το νου σου, αφού έβλεπες τον πατέρα σου και τόσους πατεράδες να είναι σε μεγάλη αγωνία αγωνιζόμενοι για να καλύψουν τις υλικές ανάγκες των οικογενειών τους.
    (παύση για εμβάθυνση)
  • Δε φταις εσύ που πίστεψες πως μόνος δεν μπορείς να ζήσεις, αφού όλοι γύρω σου θεωρούσανε τη μοναξιά μεγάλη δυστυχία και αποτυχία ασυγχώρητη. Δε βρέθηκε κανείς να σου διδάξει πώς να είσαι ευτυχισμένος μέσα στη σιωπή της μοναξιάς και να την αποζητάς ως βάλσαμο και όχι ως δυστυχία.
    (παύση για εμβάθυνση)
  • Δε φταις εσύ που μίσησες τη μάθηση, γιατί στο σχολείο αυτή μόνο άγχος για την αναγνώριση σου προσέφερε και τίποτα άλλο. Φυσικό ήταν, μόλις σε αφήσανε ήσυχο οι δάσκαλοι, να τεμπελιάσεις. Δε φταις, λοιπόν, που έγινες τεμπέλης και αδιάφορος απέναντι στη γνώση.
  • (παύση για εμβάθυνση)
  • Δε φταις εσύ που φοβήθηκες το γυναικείο φύλο και για χρόνια πλησίαζες τις αδελφές γυναίκες με φόβο μην ξαναπονέσεις, γιατί το περιβάλλον σού ασκούσε πίεση και συναισθηματικό εκβιασμό, έπρεπε να καταφέρεις να βρεις γυναίκα και να ζευγαρώσεις για να είσαι αποδεκτός στην κοινωνία.
    (παύση για εμβάθυνση)
  • Δε φταις εσύ για τα «χαμένα χρόνια» στις ατελέσφορες ανώτατες σπουδές, τα γεμάτα ζόρι και απελπισία, γιατί σου είχαν πει ότι χωρίς αυτές είσαι χαμένος και σου πήρε χρόνια μέχρι να πάψεις να τους πιστεύεις και με ήσυχη πλέον συνείδηση να τις εγκαταλείψεις.
    (παύση για εμβάθυνση)
  • Δε φταις εσύ για το φθόνο και τη δίδυμη αδελφή του, την υπεροψία, γιατί σε εκπαίδευσαν όλα να τα μετράς και να τα υπολογίζεις: πόσοι μοιάζουν να είναι καλύτεροι από σένα και φριχτά να τους ζηλεύεις και από πόσους φαίνεται πως είσαι καλύτερος εσύ, για να παρηγοριέσαι. Και ήταν φυσικό να βγάζεις με απονιά το άχτι σου για τις δύσπεπτες τις ήττες επάνω στους αδύναμους και αποτυχημένους αδελφούς, αδιαφορώντας παντελώς για τις δικές τους αγωνίες. Έπαιρνες έτσι πρόσκαιρη χαρά και διασκέδαζες για λίγο το βάρος που ένιωθες στο στήθος επειδή δεν ήσουνα εσύ πάντα σε όλα πρώτος. Δε φταις εσύ για τούτη την αναλγησία σου, ήσουνα λαβωμένος.
    (παύση για εμβάθυνση)

Με κάθε «δε φταις εσύ» νιώθει ο νους να αποκόπτεται όλο και περισσότερο από τα εγκόσμια πλέγματα ενοχών και αυτοκατηγόριας. Νέκταρ γλυκό – το νιώθει σαν αίσθηση πραγματική στο φυσικό του σώμα – χύνεται μέσα στη σφιγμένη του καρδιά και της καθαρίζει κόλπους, κοιλίες, βαλβίδες, αορτές και αρτηρίες, τις διανοίγει και τις λιπαίνει ενδελεχώς, αποκλείοντας έτσι εντελώς το ενδεχόμενο για καρδιακό επεισόδιο από ψυχολογικά αίτια.

Στις παύσεις ανάμεσα στα «δε φταις εσύ» αφήνει ο νους να καταλαγιάζει κάθε φορά εκ νέου η ανάλαφρη αίσθηση της αθωότητας, χωρίς να κυνηγάει κάθε φορά τη συγκεκριμένη σκέψη που θα τον σώσει. Δεν υπάρχει τέτοια σωτήρια σκέψη, τώρα πια το ξέρει, γι’ αυτό και δεν πασχίζει να θυμάται για ποιο ακριβώς πράγμα δε φταίει κάθε φορά, μόνο αφήνεται σε αυτό καθαυτό το γεγονός ότι δε φταίει, στο αίσθημα της αθωότητας, και αυτό του αρκεί, τον γεμίζει ήσυχη ευεξία. Είναι μία σημαντική νίκη για το νου αυτή, γιατί σπάνια δέχεται πως χωρίς συγκεκριμένες σκέψεις και λογικούς συνειρμούς μπορούν να παράγονται απαντήσεις, εξέλιξη, λύτρωση.

Μοιράσου το στα social media