Πέντε μέρες αργότερα…
Ενώ είχα ξαλαφρώσει γράφοντας για τον πόνο που μου προξένησε η αδικία πριν πέντε μέρες και είχα χαρεί για τη γρήγορη απελευθέρωσή μου από τα δίχτυα της οργής που με έπνιγαν, σήμερα το μεσημέρι γνώρισα από κοντά αυτόν τον άδικο αδελφό, που, έχοντας καταληφθεί και αυτός όπως κι εγώ από φόβο μήπως χάσει τα κεκτημένα, αδιαφορεί για την αξία της δικαιοσύνης και επιμένει να με αδικεί.
Ο νους μου αποδείχθηκε πως δεν ήταν έτοιμος να τον αντιμετωπίσει. Η πρόσκαιρη γαλήνη που είχε κατακτήσει χάθηκε μέσα σε λίγα λεπτά συζήτησης. Ήταν, βέβαια, εριστικός κι ο αδελφός, είρωνας και αλαζόνας προκλητικός[1], μα αυτή είναι μόνο η αφορμή, το ξέρω πως δεν είναι η πραγματική αιτία. Αδικία, απόγνωση, οργή κατέλαβε το νου μου και μίλησα άσχημα, όπως δε μ’ αρέσει να μιλώ. Πιο πολύ με πείραξε η ήττα του νου που μπήκε στο παιχνίδι του ανώριμου[2] αδελφού που είχα απέναντί μου και εξοργίστηκε, παρά η απώλεια των χρημάτων που άδικα δε μου πληρώνει ο αδελφός.
Έχουν περάσει επτά ώρες και ακόμα νιώθω τα ίδια και χειρότερα, καθώς στην αλυσίδα που με δένει ασφυκτικά έχουν προστεθεί δυο ακόμα κρίκοι: ο κρίκος της θλίψης για την αδυναμία μου να βγω από τον κυκλώνα της αδικίας και της οργής και ο κρίκος της απογοήτευσης για το σκοτεινό μέλλον της σκλαβιάς κάτω από ζυγό του πεισματάρη νου, που αψηφώντας την ανάγκη μου για ευτυχία και υποτιμώντας τη μοναδική αξία του πολύτιμου δώρου της ζωής, φοβάμαι ότι θα προσπαθεί για χρόνια ακόμα σπασμωδικά και άστοχα και με λάθος τρόπους να λυτρώσει παλιές αλύτρωτες αγωνίες.
Μου ’ναι, λοιπόν, ξεκάθαρο πως οι αιτίες για τον πόνο που περνώ είναι μέσα μου. Ο «ανώριμος φοβισμένος» αδελφός που με στεναχώρησε είναι μόνο η αφορμή. Χθες ήτανε κάποια άλλη, αύριο θα είναι άλλη. Ενώ οι αιτίες ήταν, είναι και θα είναι πάντα οι ίδιες, μέσα μου, μέχρι να πάψουν να υπάρχουν – το εύχομαι, ο Θεός να δώσει. Αυτή η συνειδητοποίηση είναι πολύ σημαντική.
[1] Μεταγενέστερη παρατήρηση: Εδώ οφείλω να ομολογήσω πως, καθώς έγραφα αυτούς τους χαρακτηρισμούς για τον αδελφό που με είχε αδικήσει, δεν ήμουν αντικειμενικός και αποστασιοποιημένος, μα επιζητούσα την ηθική ικανοποίηση ότι δεν ήμουν μόνο εγώ λάθος αλλά ήταν και αυτός. Κατά κάποιο τρόπο «φτιάχτηκα», εκτονώθηκα, πήρα λίγο από το αίμα μου πίσω εκθέτοντας αυτά τα ελαττώματά του με τόσο απόλυτο τρόπο, σαν να ήταν αντικειμενικά και αναμφισβήτητα. Άλλη μια γλυκιά αδιόρατη παγίδα του εγώ, στην οποία αφέθηκα να πέσω δήθεν κατά λάθος, και λέω δήθεν επειδή η αλήθεια είναι πως κάπου στο πίσω μέρος του μυαλού μου έβλεπα την εκδικητική ανάγκη μου να τον μειώσω αυτόν που μου είχε συνθλίψει το εγώ νικώντας με κατά κράτος.
[2] Επίσης μεταγενέστερη παρατήρηση: Ακριβώς το ίδιο σχόλιο ισχύει και για τη χρήση της λέξης «ανώριμου». Είναι χαρακτηριστική η επιτηδευμένη τοποθέτηση της καθεμιάς απ’ αυτές τις λέξεις δήθεν τυχαία και αθώα μέσα στη ροή του λόγου, ώστε να περαστεί το μήνυμα σε κάθε αναγνώστη (και πρώτα από όλους στον ίδιο τον πληγωμένο εαυτό μου, που, για να μειώσει βιαστικά τον πόνο του, διψά για άμεσο χρύσωμα του χαπιού) ότι ναι μεν με νίκησε αυτός ο αδελφός, αλλά ήταν άδικος, ανώριμος, είρωνας, προκλητικός και αλαζόνας, άρα αυτός, με τέτοιο παλιοχαρακτήρα που έχει, σίγουρα είναι πιο δυστυχισμένος από μένα! Ο πύργος των ψεμάτων ολοκληρώνεται με τη δήθεν συμπόνια που νιώθω για τη δυστυχία του και τη δήθεν ευχή κάποια μέρα να καταλάβει τα λάθη του, να αλλάξει τον εαυτό του και να ευτυχήσει! Υποκρισία εις το τετράγωνο, δηλαδή, μόνο και μόνο για να χρυσώσω ένα χάπι! Προτιμώ στο μέλλον να παραιτούμαι από τέτοια βλαβερά ταξίδια ψεύδους και ταπεινά να δέχομαι την ήττα μου. Είναι πολύ πιο απλό και υγιές.
