Η Πολιτεία της Λευτεριάς
Ένα ταξίδι Αλήθειας στα άδυτα του νου
με προορισμό την εσωτερική Ελευθερία.
Η μέθοδος.
Ο νους μου αντιλαμβάνεται πως το αντίδοτο για την επιρροή που ασκούν επάνω του οι σαγηνευτικές ανασφαλείς Σειρήνες είναι η υποδομή, η μέθοδος, αλάθευτα και ακλόνητα σημεία αναφοράς και ανοικτές δίοδοι επαναφοράς προς τη λεωφόρο της ελευθερίας για το λοξοδρομημένο και σαγηνεμένο νου.
Για χρόνια πολλά μού το ’λεγαν τ’ αδέλφια-δάσκαλοί μου, μα ο νους μου δεν πίστευε στη μέθοδο, γιατί αυτή απαιτούσε δράση, και αυτός δεν πίστευε πια στη στεγνή, στείρα σχολαστική του δράση, που τον είχε εξουθενώσει. Θυμάται πώς αρνιόταν να δεχτεί την αξία της «τεχνητής ευτυχίας», όπως την αποκαλούσε, γιατί θεωρούσε κάθε δικό του έργο τεχνητό και ψεύτικο, θεωρητικό, το υποτιμούσε.
Πρόσβλεπε στην ευτυχία τη βασισμένη στα ωραία συναισθήματα, τα τυχαία, τ’ αυθόρμητα, τα δίχως σκέψη και πειθαναγκασμό. Με δυο λόγια, τον είχε απογοητεύσει ο εαυτός του και γι’ αυτό είχε γίνει ένας ρομαντικός τεμπελάκος που, επειδή φοβότανε τη γνώση και τη συνεπακόλουθη αλλαγή, προτιμούσε να παραμένει εσωτερικά αδρανής και να ζει μέσα στη χίμαιρα.
Καθώς, όμως, έβλεπε την υλοποίηση της χίμαιρας της αυθόρμητης συναισθηματικής ευτυχίας ολοένα να αναβάλλεται και το όνειρο να απομακρύνεται όλο και περισσότερο, άρχισε να το ξανασκέφτεται και πάλι μήπως οι δάσκαλοί του κάτι ξέραν παραπάνω απ’ αυτόν. Του πήρε κάποια χρόνια, μέχρι που πείστηκε ότι το κτίσιμο της ευτυχίας θέλει μέθοδο και πως ίσως τελικά η συστηματική εφαρμογή μίας μεθόδου να μην είναι μια λύση τεχνητή και ψεύτικη που αφαιρεί τη συναισθηματική χαρά και τον αυθορμητισμό των βιωμάτων, όπως είχε αρχικά νομίσει.
Συνεχίζοντας την αναδρομή στο παρελθόν, βλέπει τώρα πως δεν ήταν αρκετή αυτή η νέα θέση. Γιατί του πήρε και άλλα τόσα χρόνια μέχρι να εφαρμόσει όσα του είχαν γίνει γνώση. Είχε άλλη δουλειά, δεν είχε χρόνο, έλεγε, ούτε όρεξη καμιά. Έκανε βόλτες, δοκιμές, ήθελε πρώτα να βεβαιωθεί πως δεν υπήρχε άλλη λύση πιο ξεκούραστη.
Όποτε έρχονταν τα ζόρια, προχώραγε τη μέθοδο μόνο μέχρι τα πρώτα βήματα, μέχρι εκεί που γαλήνευε, και μετά πήγαινε για ύπνο ήσυχο, μέσα στην αγκάλη της ομολογίας και ίσως το πολύ-πολύ και της συγχώρεσης του εαυτού για όλα του τα λάθη. Αυτό του αρκούσε, το παραπέρα τού φαινότανε βουνό, γι’ αυτό και το ανέβαλλε συνειδητά και έλεγε, για να μην ταλαιπωρείται από ανώφελες τύψεις και ενοχές: «Τόσα μπορώ, τόσα κάνω», και αποκοιμιόταν εξαντλημένος, ήσυχος.
Όμως, η προσωρινή ανακούφιση δε διέλυε τον ιστό, απλά τον χαλάρωνε για λίγο. Η κούραση και η απόγνωση έπεισαν τώρα τελικά το νου να βάλει τη μέθοδο σε δράση, για να περάσει μέσα του βαθιά το ίχνος λευτεριάς που έχει ως τώρα νιώσει, ώστε να θρέψει, να βλαστήσει, να στεριώσει. Πολλές οι αντιστάσεις, οι εντάσεις, τα τινάγματα του σώματος, οι υποτροπές, οι απογοητεύσεις. Ένα ασυνείδητο σύστημα αξιών τόσων ετών δεν πέφτει ποτέ αμαχητί. Έχει τη φυσική αδράνεια που είναι γνώρισμα κάθε κατεστημένου.
Μα ο αγώνας συνεχίζεται και θα δικαιωθεί, γιατί έχω μπει σ’ ένα μονόδρομο που είναι χωρίς τέλος, καθώς τα επίπεδα της ελευθερίας είναι άπειρα, εκτείνονται πολύ πιο πέρα από όσο μπορεί να συλλάβει ο νους μου. Ήδη αυτό που μπορεί να συλλάβει του φαίνεται πολύ μακρινό, δεν έχει λόγο, λοιπόν, να προσπαθεί να συλλάβει και τα μετέπειτα. Απλά δέχεται την ύπαρξή τους, καθώς και την ύπαρξη του μονόδρομου που οδηγεί σε αυτά.
