Το Βιβλίο των Ονείρων

Μία απλή μέθοδος για αβίαστη χαρά,
αισιοδοξία, αφοβία και αφθονία.

Δύο όνειρα σε μία νύκτα.

Σάββατο, 8 Δεκεμβρίου 2012

«Νοερά να ζεις όπως εκείνος και να ’χεις τα χέρια σου κε-ραία». Αυτή τη φράση άκουσα μόλις είχα κατέβει με ταχύτητα μια κατηφόρα με το ποδήλατό μου και με την κεκτημένη ταχύτητα ανέβαινα την ανηφόρα που ακολουθούσε αμέσως μετά.

Μόνο που η ανηφόρα έγινε ξάφνου σκαλοπάτια, και το ποδήλατό μου, καθώς κτύπησε ο μπροστινός τροχός του με ορμή επάνω σε ένα σκαλοπάτι, πετάχτηκε στον αέρα, μαζί κι εγώ, και έσκασε στο τέλος της ανηφόρας με τη σέλα προς τα κάτω. Χωρίς να σταματήσω τη ροή της κίνησής μου, πέφτοντας προς το έδαφος έπιασα το ποδήλατο τη στιγμή που ακουμπούσε στο χώμα και, εκμεταλλευόμενος την κεκτημένη του ταχύτητα, το όρθωσα εν κινήσει πάνω στις δυο ρόδες του και συνέχισα την πορεία μου χωρίς καμιά ζημιά στο ποδήλατο και χωρίς τραυματισμό στο σώμα μου.

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή που πετάχτηκα μαζί με το ποδήλατό μου στον αέρα, τότε ήταν που άκουσα την πιο πάνω φράση, και κατάλαβα ότι ήτανε μια οδηγία της αιώνιας Ύπαρξής μου προς εμένα, τη μορφή της, που με παρότρυνε να ζω νοερά με τον τρόπο που ξέρει να ζει εκείνος, ο Αλέξης Μάνος, ο πρωταγωνιστής του προηγούμενου ονείρου μου, που με είχε εντυπωσιάσει με την ελευθερία του πνεύματός του.

Εξάλλου, και στο ξεκίνημα αυτού εδώ του δεύτερου ονείρου, αντιλαμβανόμουν ότι η κάθοδος στην κατηφόρα και η άνοδος στην ανηφόρα συνέβαιναν «ώστε να γίνει όπως την άλλη φορά». Αυτό ήτανε το άκουσμα που είχα μες στο νου μου, καθώς ξεκινούσα την κάθοδο. Και η άλλη φορά αναφερόταν ακριβώς σε εκείνο το προηγούμενο όνειρο που είχα δει περίπου μία ώρα νωρίτερα. Η φράση αυτή μου ήτανε σαφές ότι σήμαινε «να μάθω να ζω κι εγώ ελεύθερος και σε ροή όπως ο Αλέξης Μάνος, με εσωτερική ανοικτοσύνη και με τις κεραίες της καρδιάς μου σηκωμένες».

Ήταν τρεισήμισι η ώρα μες στη νύκτα, όταν είδα το πρώτο όνειρο, που με ξύπνησε, όπως και το δεύτερο στη συνέχεια. Μετά το πρώτο όνειρο ξανακοιμήθηκα βαθιά ευχαριστημένος. Και το δεύτερο όνειρο επίσης γέννησε μεγάλη χαρά μέσα μου, και είχα πια χορτάσει ύπνο. Το ένιωθα στο σώμα. Τα κύτταρά μου ήταν πια γεμάτα ενέργεια και όρεξη για δράση. Μετά το πρώτο όνειρο, όμως, τα κύτταρα του σώματός μου αποζητούσανε ξανά τον ύπνο, κι έτσι ξανακοιμήθηκα. Προφανώς, η Ύπαρξή μου φρόντισε να έχω ανάγκη κι άλλο ύπνο, επειδή είχε ακόμα κάτι να μου πει, με ένα όνειρο ακόμα.

Συνολικά κοιμήθηκα έξι ώρες χθες τη νύκτα. Χάρη στην ευλογία που έλαβα από την Ύπαρξή μου με αυτά τα δύο λυτρωτικά όνειρα, το σώμα μου ανέκτησε γρήγορα όλες του τις δυνάμεις και σηκώθηκα πολύ πιο φρέσκος και ορεξάτος από άλλες φορές που έχω κοιμηθεί οκτώ γεμάτες ώρες.

Τα δύο αυτά όνειρα δεν ήρθανε τυχαία. Ήταν απόρροια της ανάγκης που με έσπρωξε χθες βράδυ να κάτσω ήσυχος στον καναπέ μισή ωρίτσα και να πάρω πολλές βαθιές ανάσες, για να μου φύγει το διάχυτο άγχος που διαπίστωσα για πολλοστή φορά ότι έχει γίνει ο χρόνιος σύντροφος της ζωής μου χωρίς συγκεκριμένο λόγο.

Μία γιατρός μού είπε τις προάλλες ότι το στρες προξενεί σοβαρές συνέπειες μέσα στα χρόνια, επειδή ο οργανισμός εθίζεται στις ορμόνες που εκκρίνονται στο σώμα από το στρες και φροντίζει να βρίσκει πάντα αφορμές ο νους ως στρεσογόνες αιτίες, ώστε «να παίρνει τη δόση του» τακτικά, και μάλιστα πολλές φορές μες στην ημέρα. Έτσι, η καρδιά και τα άλλα όργανα του οργανισμού καταπονούνται, γερνάνε και αρρωσταίνουν πολύ νωρίτερα από το χρόνο ζωής για τον οποίο είναι σχεδιασμένα. Αυτή είναι η αρρώστια της εποχής μας, κατέληξε.

Έχοντας πάρει μέσα μου τα λόγια της και παρατηρώντας τη συνεχή ασυνείδητη αναζήτηση του νου μου για νέες αφορμές διέγερσης του στρες, διαπίστωσα στο μπάνιο εχθές το βράδυ ότι ζορίζω την καρδιά μου και τη σφίγγω, προκαλώντας της έτσι πιέσεις και ταχυπαλμία συνεχώς. Παρατήρησα, επίσης, ότι, καθώς κάνω διάφορες καθημερινές εργασίες, για παράδειγμα όταν βρίσκομαι στο μπάνιο, σφίγγω διάφορα μέλη του σώματός μου, ώμους, χέρια, πόδια, δάχτυλα των ποδιών και άλλα, από τη βιασύνη μου να τελειώνω γρήγορα με αυτό που κάνω για να προχωρήσω στο επόμενο, και μετά στο επόμενο και ούτω καθεξής, προκειμένου να πάω γρήγορα για ύπνο, ώστε να ξυπνήσω νωρίς το πρωί και να είμαι ξεκούραστος αύριο στο γραφείο, όπου και πάλι θα τρέχω από τη στιγμή που θα ανοίξω τα μάτια μου κυνηγώντας μία χίμαιρα, που είναι η επιβίωση, ο αγώνας για τη συνέχιση της ύπαρξής μου.

Χίμαιρα; Γιατί χίμαιρα; Δεν είναι αληθινός ο αγώνας για την επιβίωση; Γιατί τον αποκαλώ χίμαιρα;

«Μα αφού η Ύπαρξή μου είναι αιώνια, γιατί αγωνιώ;», σκέφτηκα χθες βράδυ, καθώς ήμουνα στο μπάνιο. «Ας πάρω μερικές βαθιές ανάσες, για να ησυχάσω». Μετά από δυο-τρεις αναπνοές, άρχισαν οι κινήσεις μου να γίνονται πιο αργές και ήρεμες και οι συσφίξεις των μυών να υποχωρούν. Συνέχισα για όση ώρα ήμουνα στο μπάνιο, και με τα χέρια πια να κρέμονται από τη χαλαρότητα και τα πόδια να πατάνε χαλαρά σαν να ’τανε λυμένα από το υπόλοιπο κορμί, οδηγήθηκα στον καναπέ, όπου συνέχισα τις εισπνοές και εκπνοές, με τη συνεχή επαναφορά της σκέψης μου στην ιδέα ότι όλα θα γίνουνε σωστά· εγώ δεν έχω καμιά ευθύνη, αφού για όλα φροντίζει έτσι κι αλλιώς η παντογνώστρια και παντοδύναμη άφθαρτη Ύπαρξή μου, την οποία εμπιστεύομαι απόλυτα εγώ ο αδαής και ανίσχυρος φθαρτός γόνος της.

Εγώ κάνω ό,τι κάνω μόνο και μόνο για να της δίνω έδαφος να παρεμβαίνει εκείνη και να φροντίζει την ομαλή πορεία των υποθέσεών μου, τόσο στην οικογενειακή επιχείρησή μας όσο και στις διαπροσωπικές μου σχέσεις, στις συνεργασίες με τους κατάλληλους ανθρώπους και σε κάθε άλλο ζήτημα που αφορά τη ζωή μου αλλά και τη ζωή όλων των Ελλήνων μες στην κρίση, μα και ολόκληρης της ανθρωπότητας.

Με την πεποίθηση αυτή βαθιά πια ριζωμένη μέσα μου σύρθηκα με το ίδιο χαλαρό βήμα και με τα χέρια κρεμασμένα σαν παράλυτα μέχρι το κρεβάτι, με δύο αισθήματα να έχουν κυριαρχήσει στην καρδιά μου: το αίσθημα της απόλυτης εμπιστοσύνης στην Ύπαρξή μου και το αίσθημα της ευγνωμοσύνης προς αυτήν. Και τα δύο αισθήματα μου επέτρεψαν να κοιμηθώ με αγαλλίαση, με το νου μου προσηλωμένο στην Ύπαρξή μου και απαλλαγμένο από τις συνήθεις εγκόσμιες αγωνίες μου.

Πριν με πάρει ο ύπνος, κάθε φορά που ο νους μου πήγαινε να στραφεί ξανά στις αγωνίες, απλά του θύμιζα ότι δεν έχω καμία ευθύνη και πως για όλα φροντίζει η Ύπαρξή μου· εγώ απλά κάνω όσα μπορώ να κάνω, κι εκείνη παρεμβαίνει πάντα στην κατάλληλη στιγμή, ώστε να μου εξασφαλίζει τα προς το ζην και όσα άλλα αγαθά χρειάζομαι, προκειμένου να μπορώ να ζω μια ζωή μέσα στην πληρότητα και στη χαρά της δημιουργίας.

Ήταν, προφανώς, η ανοικτοσύνη την οποία γέννησε μέσα μου αυτή η εσωτερική διάθεση που είχα καθώς έπεφτα για ύπνο χθες το βράδυ, αυτή προφανώς ήταν που άνοιξε το δρόμο στο υποσυνείδητό μου, δηλαδή στην Ύπαρξή μου, για να μου στείλει αυτά τα δύο όνειρα μέσα στη νύκτα.

Το πρώτο από τα δύο όνειρα ήτανε κι αυτό πολύ λυτρωτικό όπως το δεύτερο, που ήταν εξάλλου η συνέχεια του πρώτου, όπως είδαμε. Είχα πάει το ποδήλατό μου σε ένα συνεργείο. Καθώς έβγαινα από το πατρικό μου σπίτι στην Αγίου Μελετίου, πήρα από τον κήπο ένα ποδήλατο που έμοιαζε πολύ με το δικό μου, έχοντας ξεχάσει ότι το δικό μου είναι στο συνεργείο και νομίζοντας αυτό το ξένο ποδήλατο για δικό μου. Πήγα σε διάφορα μέρη με αυτό, ώσπου κάποια στιγμή έφτασα στη Λεωφόρο Συγγρού, όπου είχα κάποια εργασία να κάνω, και το πάρκαρα στο προαύλιο ενός κτιρίου που βρισκόταν ακριβώς δίπλα στο ξενοδοχείο Intercontinental.

Τότε μόνο παρατήρησα ότι το ποδήλατο αυτό δεν ήταν το δικό μου. Η κυριότερη διαφορά που εντόπισα ήταν ότι επάνω στο τιμόνι ήταν στερεωμένη η οθόνη ενός υπολογιστή. Πάνω στην οθόνη έτρεχε το μήνυμα «Αλέκος Μάνος Κομμώσεις» μαζί με τον αριθμό του κινητού τηλεφώνου του.

Κατάλαβα ότι ο ιδιοκτήτης του ποδηλάτου προφανώς θα λεγόταν Αλέκος Μάνος, θα ήταν κομμωτής και θα είχε επινοήσει αυτήν την έξυπνη και διακριτική ιδέα με την οθόνη, που σίγουρα θα τραβούσε την προσοχή όλων των περαστικών, έτσι πρωτότυπα που ήταν τοποθετημένη πάνω στο τιμόνι του ποδηλάτου· θα σκύβανε για να τη δούνε από κοντά και θα βλέπανε το όνομα, το επάγγελμα και το τηλέφωνό του. Πολύ έξυπνη διαφήμιση, σκέφτηκα, και αμέσως ανέβηκε στην εκτίμησή μου αυτός ο άγνωστος Αλέκος Μάνος. Κατάλαβα ότι θα επρόκειτο για ευφυές και καλλιεργημένο άτομο. Και, όπως αποδείχθηκε αμέσως μετά, δεν είχα πέσει έξω.

Αυτό που με παραξένεψε ήταν ότι η κλειδαριά του ποδηλάτου του ταίριαζε με το κλειδί του δικού μου ποδηλάτου, και αυτή εξάλλου ήταν η αιτία που ξεγελάστηκα και δεν πρόσεξα ότι πήρα ξένο ποδήλατο. Για έναν περίεργο και άγνωστο λόγο, και τα δύο ποδήλατα, δηλαδή και το δικό του και το δικό μου, είχανε μία κλειδαριά σαν αυτές που έχουν πολλές μοτοσικλέτες λίγο κάτω από το τιμόνι.

Αμέσως μετά, και με αρκετό άγχος, σχημάτισα στο κινητό μου τον αριθμό που διάβασα στην οθόνη, για να ειδοποιήσω τον άνθρωπο, ώστε να μην ανησυχεί νομίζοντας ότι του κλέψανε το ποδήλατο. «Ευτυχώς που γράφει τον αριθμό του στην οθόνη», σκέφτηκα, «και μπορώ να τον ειδοποιήσω αμέσως και χωρίς χρονοτριβή, όπου και να βρίσκεται».

Δεν είχα τελειώσει τη σκέψη μου, ούτε είχα ακόμα τελειώσει το σχηματισμό του αριθμού του στο πληκτρολόγιο του κινητού μου, όταν εμφανίστηκαν μπροστά μου ένας ευγενικός και όμορφος νεαρός μαζί με την κοπέλα του, που είχε μία εξίσου όμορφη και χαρούμενη φυσιογνωμία. Ήταν και οι δύο τους μία ευχάριστη παρουσία.

«Είμαι ο Αλέξης Μάνος», μου είπε, «ήρθα». Έμεινα εμβρόντητος. Δεν ήξερα τι να σκεφτώ και τι να πιστέψω. Τα στήθη μου γέμισαν χαρά και ο νους μου απορία. «Μα πώς το ήξερες ότι σε καλούσα; Πότε πρόλαβες και ήρθες; Πώς ήξερες ότι εγώ είμαι αυτός που πήρε κατά λάθος το ποδήλατό σου; Πώς ήσουνα σίγουρος ότι δεν σου το είχαν κλέψει; Πώς έγινε και ήρθες ακριβώς τη στιγμή που κατάλαβα το λάθος μου και όχι νωρίτερα; Ανάμεσα στα εκατομμύρια των Αθηναίων πώς έτυχε και βρήκες εμένα, που είχα πάρει κατά λάθος το ποδήλατό σου μερικές ώρες νωρίτερα, και μάλιστα ακριβώς τη στιγμή που είχα μόλις διαβάσει το όνομά σου στην οθόνη και σκόπευα να σε ειδοποιήσω;»

«Δεν ήξερα τίποτα από όλα αυτά», μου εξήγησε. «Απλά έχουμε ένα μάθημα χορού εγώ και η κοπέλα μου σε αυτό εδώ το κτίριο και ήρθαμε. Για το ποδήλατο, ήξερα ότι θα το βρω, ήμουνα σίγουρος, επειδή έχω εμπιστοσύνη ότι όλα τακτοποιούνται πάντα με τον καλύτερο τρόπο, και έτσι γίνεται πράγματι στη ζωή μου. Ήξερα, λοιπόν, ότι από στιγμή σε στιγμή θα το εύρισκα και ήμουν ψυχολογικά προετοιμασμένος γι’ αυτό. Μόλις έφτασα εδώ, είδα ότι εσύ το έχεις το ποδήλατό μου, κατάλαβα από τις κινήσεις και την αγωνία σου ότι εκείνη την ώρα με καλούσες για να με ειδοποιήσεις και ήρθα να σου πω ότι είμαι ήδη εδώ. Τόσο απλά.»

Ενθουσιάστηκα με αυτά που άκουσα. Μου φάνηκε πολύ λογικό, απλό και όμορφο. Για τον άνθρωπο που είχα απέναντί μου ολόκληρος ο κόσμος, το σύμπαν ολόκληρο, ήταν το σπίτι του. Ένιωθε ασφάλεια παντού και δεν πίστευε ποτέ ότι μπορεί να χάσει κάτι, επειδή τίποτα δεν μπορεί να βγει έξω από το απέραντο σπίτι του και να χαθεί για πάντα. Εμπιστεύεται, με άλλα λόγια, απόλυτα την Ύπαρξή του και εκείνη τα φροντίζει όλα γι’ αυτόν, πράγμα πολύ εύκολο γι’ αυτήν, αφού αυτή έχει την πλήρη εποπτεία όλων όσων συμβαίνουν μέσα στο απέραντο σπίτι της, το οποίο η ίδια έχει δημιουργήσει και αναπλάθει κάθε στιγμή, έχοντας προφανώς τον πλήρη έλεγχό του.

Ακόμα πιο πολύ ενθουσιάστηκα από το γεγονός ότι ο Αλέξης Μάνος δεν ήτανε καθόλου ξαφνιασμένος ή ενθουσιασμένος, ούτε για την εντυπωσιακή σύμπτωση ούτε για την ανεύρεση του χαμένου ποδηλάτου του. Ο μόνος εντυπωσιασμένος, ξαφνιασμένος και ενθουσιασμένος ήμουν εγώ. Αυτή η σύγκριση με σόκαρε, το ομολογώ. Καταλάβαινα ότι έχω απέναντί μου έναν άνθρωπο ανώτερο από μένα, πιο εξελιγμένο, πιο σίγουρο για τον εαυτό του. Ζήλεψα την εσωτερική γαλήνη και αταραξία του. Θα ήθελα και εγώ να ζω με τόσο μεγάλη εμπιστοσύνη μες στον κόσμο και να μην είχα μέσα μου όλες τις αγωνίες που με ταλανίζουν καθημερινά, κατά κανόνα για ανούσια και ασήμαντα θέματα.

Παρόλα αυτά, ο ενθουσιασμός μου ήταν ασυγκράτητος. Έτσι είμαι εγώ, έτσι είναι ο καθένας που ελπίζει να πιαστεί από μια καινούργια λυτρωτική ιδέα, όταν έχει ταλαιπωρηθεί πολύ από χιλιάδες άλλες ιδέες που τον σκλαβώνουν μια ζωή. Καταλάβαινα ότι ο ενθουσιασμός μου ήταν ένδειξη της ανωριμότητας και της εσωτερικής μου ένδειας, αλλά δεν μπορούσα να τον συγκρατήσω. Εξάλλου, για να είμαι ειλικρινής, ούτε και ήθελα να τον συγκρατήσω. Ήθελα να τον αφήσω να εκφραστεί, να τον χαρώ και να τον απολαύσω, διψασμένος καθώς ήμουν για χαρά εξαιτίας των άδικων αγωνιών μου.

Ήθελα, μάλιστα, να μοιραστώ τον ενθουσιασμό μου και με τους άλλους. Ήθελα να τους παρασύρω και αυτούς στον ενθουσιασμό μου. Ήθελα να εντυπωσιαστούν και αυτοί με την αγιοσύνη της ενιαίας Ύπαρξής μας, που ως «αγία» που είναι μας «άγει» κάθε στιγμή της ζωής μας στο σωστό μέρος και στη σωστή χρονική στιγμή, βρίσκοντάς μας έτσι λύσεις για όλα τα προβλήματα, αρκεί να την εμπιστευόμαστε απόλυτα.

Άρχισα να φωνάζω προς όλους τους μαθητές χορού που είχαν στο μεταξύ συγκεντρωθεί στο προαύλιο της σχολής και περίμεναν να έρθει η ώρα να μπουν στο μάθημά τους. «Πρέπει να πιστέψουμε τελικά, δεν πάει άλλο, τόσες φορές μάς έχει αποδειχθεί!» τους φώναζα.

Καθώς είδα ότι κανείς άλλος δε με άκουγε εκτός από τον Αλέξη Μάνο, που με κοιτούσε συγκαταβατικά, φώναξα δυνατά δυο τρεις φορές: «Παρακαλώ! Ακούστε με! Έχω κάτι σημαντικό να σας πω!». Την τρίτη φορά όλοι ησύχασαν και έστρεψαν το βλέμμα τους προς το μέρος μου. Μάλιστα, ακόμα και κάποιοι άλλοι που κι αυτοί φώναζαν την ίδια ώρα «παρακαλώ» για να τους ακούσουν οι υπόλοιποι ζητιανεύοντας όπως εγώ την προσοχή τους, σταμάτησαν ακόμα κι εκείνοι, επειδή εγώ φώναξα πιο δυνατά από αυτούς, και γύρισαν και αυτοί το βλέμμα τους προς εμένα.

Εκείνη την ώρα εγώ, αντί να αρχίσω να τους λέω αυτά που είχα να τους πω και να κερδίσω έτσι το ενδιαφέρον τους, πράγμα που ήταν και ο πραγματικός σκοπός μου, έκανα το λάθος να εστιάσω την προσοχή μου σε τρία άτομα που ήταν λίγο πιο παράμερα, κοντά στον τοίχο του κτιρίου και στη μάντρα που το χώριζε από το διπλανό οικόπεδο. Τα άτομα αυτά συνέχιζαν να μιλάνε για τα δικά τους θέματα, χωρίς να έχουν ακούσει καθόλου τη δική μου φωνή. Τους φώναξα δυο τρεις φορές, νιώθοντας την καρδιά μου να σφίγγεται από την αγωνία να με ακούσουν, αλλά δε μου έδιναν καμία σημασία, επειδή ήταν αφοσιωμένοι στη δική τους συζήτηση.

Ένιωσα οργή και απογοήτευση, καθώς μάλιστα διαπίστωνα ότι ούτε οι άλλοι είχαν κανένα πραγματικό ενδιαφέρον να με ακούσουν· απλά τους είχα επιβληθεί με τη δυνατή φωνή τενόρου που διαθέτω. Κατάλαβα τότε για μια ακόμα φορά ότι η ανθρωπότητα δεν είναι διατεθειμένη να ακούει «προφήτες» σαν εμένα. Μάλλον, όμως, σκέφτηκα, τους ανώριμους προφήτες σίγουρα δεν τους ακούει, δηλαδή αυτούς που θέλουν να εξαναγκάζουν τους άλλους να ακούνε τι έχουν να τους πουν σε αψυχολόγητες στιγμές, απλά και μόνο για να εκτονώνουν τη δική τους ανάγκη να μοιραστούν μια νέα αποκάλυψη της Αλήθειας που τους έγινε μόλις τώρα.

Την επόμενη στιγμή αυτό αποδείχθηκε ότι είναι πράγματι έτσι. Αφού δε μίλησα άμεσα σε αυτούς που είχαν στραφεί προς το μέρος μου για να με ακούσουν, άρχισαν πάλι και εκείνοι να μιλάνε μεταξύ τους. Το βουητό από τις ομιλίες τους με έκανε να εγκαταλείψω κάθε προσπάθεια, απογοητευμένος και θυμωμένος με τον εαυτό μου επειδή δεν είχα μιλήσει την κατάλληλη στιγμή για να με ακούσουν όλοι.

Καθώς ένιωθα ακόμα την καρδιά μου να σφίγγεται και τους παλμούς μου να ανεβαίνουν, προτίμησα να αποδεχθώ την κα-τάσταση και πήρα βαθιές ανάσες και συμφιλιώθηκα αφενός με τους ανθρώπους που δεν ενδιαφέρονταν να με ακούσουν και αφετέρου με τον εαυτό μου που είχε φανατιστεί ξαφνικά με μια ιδέα, που όσο καλή και αν ήταν, δεν έπαυε να είναι ένας φανατισμός, που και τους άλλους καταπίεζε και εμένα περιόριζε.

Προτίμησα, λοιπόν, να καθίσω λίγο ήσυχος και να απολαύσω το αίσθημα εμπιστοσύνης και ευγνωμοσύνης προς την Ύπαρξή μου για το αποκαλυπτικό συμβάν που είχε μόλις λάβει χώρα. Η πόρτα της σχολής άνοιξε, οι μαθητές και ο Αλέξης Μάνος μαζί με την κοπέλα του μπήκαν μέσα και έμεινα μόνος, ήσυχος και γαλήνιος, γεμάτος ευγνωμοσύνη και εγκαρτέρηση. Το γεμάτο κατανόηση και Αγάπη βλέμμα του Αλέξη Μάνου, καθώς έμπαινε μέσα στη σχολή, συνεισέφερε σε μεγάλο βαθμό στην αγαλλίαση που ένιωθα τώρα.

Τότε ξύπνησα και κατέγραψα όσα θυμόμουν από το όνειρο σε ένα πρόχειρο σημειωματάριο, για να μην τα ξεχάσω. Στη συνέχεια, γαλήνιος ξανακοιμήθηκα. Είδα και το δεύτερο όνειρο, ξύπνησα ξανά, το κατέγραψα και αυτό και ετοιμάστηκα για την ημέρα μου. Κάθισα ξανά για πολλή ώρα στον καναπέ συνεχίζοντας τις χθεσινοβραδινές βαθιές ανάσες για την απαλλαγή από το άγχος και την παράδοση των πάντων στην Ύπαρξή μου. Μετά βγήκα από το σπίτι και ήρθα στο γραφείο, όπου κάθισα στον υπολογιστή και έγραψα αυτό εδώ το κείμενο, για να το μοιραστώ μαζί σου, αδελφέ ή αδελφή μου, που κρατάς τώρα στα χέρια σου αυτό το βιβλίο και το διαβάζεις.

Όσο αφορά το όνομα «Αλέξης Μάνος», που σίγουρα δεν τοποθετήθηκε τυχαία μέσα στο όνειρο από το υποσυνείδητό μου, μία ανάλυση που μπορώ να σκεφτώ τώρα είναι η εξής: Το μικρό όνομα, που σύμφωνα με το Δάσκαλό μου, συμβολίζει αυθεντικές ιδιότητες της καθαρής ψυχής, είναι Αλέξης. Στα Αρχαία Ελληνικά το ρήμα «αλέξω» σημαίνει «αποκρούω, διώχνω». Το επώνυμο, που συμβολίζει επίπλαστες ιδιότητες της προσωπικότητας, όπως έχει διαμορφωθεί κατά τη διάρκεια της ζωής μας μέσα στον υλικό κόσμο, είναι Μάνος. Ηχητικά η λέξη αυτή θυμίζει τη μανία. Αντίστοιχα, το πλήρες όνομα, Εμμανουήλ, ηχητικά θυμίζει την εμμονή.

Αν συνδυάσουμε αυτές τις πληροφορίες μεταξύ τους, τότε μπορούμε να συμπεράνουμε ότι ο Αλέξης Μάνος συμβολίζει τον άνθρωπο που έχει μάθει να αποκρούει και να διώχνει τις εμμονές και τις μανίες του νου του. Δηλαδή, παραιτείται από αυτές και δεν τους δίνει πια καμία σημασία – για να χρησιμοποιήσω κάποιες λέξεις πιο «ειρηνικές», καθώς το «αποκρούω» και το «διώχνω» γεννούν μέσα μου το δυσάρεστο αίσθημα του εσωτερικού πολέμου.

Με άλλα λόγια, η εσωτερική φωνή της ψυχής του, δηλαδή της Ύπαρξής του, κατευθύνει το νου του προς την κατεύθυνση της εμπιστοσύνης, της αισιοδοξίας και της χαράς και του υπαγορεύει να παραιτείται από τις έμμονες ιδέες και τις μανίες του εγώ, δηλαδή της προσωπικότητάς του.

Ευγνωμονώ την Ύπαρξή μου για τα μηνύματα που μου έστειλε μέσα από αυτό το όνειρο με ποικιλόμορφους τρόπους.

Μοιράσου το στα social media